Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

Το σοφό τεστ του Σωκράτη


 Ο Θάνατος του Σωκράτη
Πίνακας του Ζακ-Λουί Νταβίντ (1787)
Το σοφό τεστ του Σωκράτη που πρέπει να το εφαρμόζουμε κι' εμείς.....


Μια μέρα, εκεί που ο μεγάλος αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος Σωκράτης έκανε τη βόλτα του στην Ακρόπολη, συνάντησε κάποιον γνωστό του, ο οποίος του ανακοίνωσε ότι έχει να του πει κάτι πολύ σημαντικό που άκουσε για κάποιον από τους μαθητές του.

Ο Σωκράτης του είπε ότι θα ήθελε, πριν του πει τι είχε ακούσει, να κάνουν το τεστ της "τριπλής διύλισης".

"- Τριπλή διύλιση;" ρώτησε με απορία ο γνωστός του.

- Ναι, πριν μου πεις τι άκουσες για το μαθητή μου θα ήθελα να κάτσουμε για ένα λεπτό να φιλτράρουμε αυτό που θέλεις να μου πεις.

- Το πρώτο φίλτρο είναι αυτό της αλήθειας.

Είσαι λοιπόν εντελώς σίγουρος ότι αυτό που πρόκειται να μου πεις είναι αλήθεια;

- Ε... όχι ακριβώς, απλά το άκουσα όμως και...

-Μάλιστα, άρα δεν έχεις ιδέα αν αυτό που θέλεις να μου πεις είναι αλήθεια ή ψέματα.

- Ας δοκιμάσουμε τώρα το δεύτερο φίλτρο, αυτό της καλοσύνης.

Αυτό που πρόκειται να μου πεις για τον μαθητή μου είναι κάτι καλό;

- Καλό; Όχι το αντίθετο μάλλον...

- Άρα, συνέχισε ο Σωκράτης, θέλεις να πεις κάτι κακό για τον μαθητή μου αν και δεν είσαι καθόλου σίγουρος ότι είναι αλήθεια.

Ο γνωστός του έσκυψε το κεφάλι από ντροπή και αμηχανία.

- Παρόλα αυτά, συνέχισε ο Σωκράτης, μπορείς ακόμα να περάσεις το τεστ γιατί υπάρχει και το τρίτο φίλτρο.

Το τρίτο φίλτρο της χρησιμότητας.

Είναι αυτό που θέλεις να μου πεις για τον μαθητή μου κάτι που μπορεί να μου φανεί xρήσιμο σε κάτι;

- Όχι δεν νομίζω...

- Άρα λοιπόν αφού αυτό που θα μου πεις δεν είναι ούτε αλήθεια, ούτε καλό, ούτε χρήσιμο, γιατί θα πρέπει να το ακούσω;

Ο γνωστός του έφυγε ντροπιασμένος, έχοντας πάρει ένα καλό μάθημα...

Μήπως είναι καιρός να βάλουμε κι εμείς αυτό το σοφό τεστ στη ζωή μας;

Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2013

Δέσπω Σέχου-Μπότση

Οι ορδές του Αλή Πασά αφού εξόντωσαν τους Σουλιώτες από τα περισσότερα χωριά τους στις 23 Δεκεμβρίου 1803 στράφηκαν στη Ρηνιάσα. Η Ρηνιάσα είναι ένα μικρό χωριό σε μια πετρώδη περιοχή μεταξύ Πρέβεζας και Άρτας. Εκεί είχαν καταφύγει μετά τη συνθηκολόγηση είκοσι εφτά σουλιώτικες οικογένειες χωρίς αρχηγό και κατά πλείστον γυναικόπαιδα. Οι Τουρκαλβανοί αποφάσισαν να τους εξοντώσουν και αυτούς. Η Ρηνιάσα δεν είχε ούτε άντρες να παρατάξει ούτε τείχη να αντιτάξει. Όμως το εχθρικό λεφούσι που την έζωσε βρήκε μια μόνη αντίσταση, όχι βέβαια αρκετή να τους αναχαιτίσει, αλλ’ ικανή για να σταθεί σύμβολο ηρωισμού στην ιστορία ενός υπόδουλου έθνους, με ηρωίδα τη Σουλιώτισσα Δέσπω Σέχου-Μπότση.
Το Σούλι, χαλκογραφία του H.Holland
Η Δέσπω καταγόταν από τη φάρα των Σεχαίων κι’ ήταν γυναίκα του Γιωργάκη Μπότση που σκοτώθηκε στο Σούλι. Απορφανεμένη και ξεσπιτωμένη καθώς βρέθηκε μετά τη συνθηκολόγηση η Δέσπω, πήρε τη φαμίλια της και τ’ άρματά της και τράβηξε κι’ αυτή τον δρόμο της φυγής. Σαν έφτασε στη Ρηνιάσα κατέφυγε σε ένα παλιό πύργο που βρισκόταν στην άκρη του χωριού τον πύργο του Δημουλά, όπως τον έλεγαν. Εκεί η Δέσπω αποφάσισε ν’ αντισταθεί. Να πέσει σκλάβα στα χέρια τους αμαχητί η καρδιά της δεν το’ λεγε. Σαν τους είδε από μακριά αρματώθηκε κι’ αυτή και οι θυγατέρες της κι’ οι νυφάδες της, έφραξαν γερά τη σιδερόπορτα του πύργου και πιάσανε από ψηλά τ’ ανοίγματα, μετατρέποντας έτσι τα παράθυρα του πύργου σε πολεμίστρες. 
Οι Τούρκοι προσπαθούν να παραβιάσουν την εξώπορτα, οι γυναίκες από πάνω τους ρίχνουν. Σε λίγο όμως ένα άνοιγμα του μαντρότοιχου τους αφήνει και μπαίνουν στον αυλόγυρο. Οι γυναίκες εξακολουθούν να τους ρίχνουν. Αυτοί ορμούν με κραυγές προς τη σκάλα για ν’ ανεβούν στα πάνω δωμάτια, μα πριν προλάβουν να τις πιάσουν ζωντανές, όπως έλπιζαν, μια θεόρατη λάμψη κι’ ένας κρότος τρομερός αντήχησε ολόγυρα. Ο κουρνιαχτός τους σώριασε κατάχαμα. Τι είχε γίνει. Η Δέσπω αφού αντιστάθηκε ως την τελευταία στιγμή, σύναξε γύρω τις κόρες, νυφάδες κι εγγόνια, έριξε χάμω όσο μπαρούτι τους είχε απομείνει κι αφού έστειλε από μακριά χαιρετισμό στο Σούλι, έβαλε φωτιά και κάηκαν όλοι.  
Οι Σουλιώτισσες
Ary Scheffer, Γάλλος ζωγράφος, 1827
Η θυσία της Δέσπως ενέπνευσε ποιητές συνθέτες και καλλιτέχνες. Και η λαϊκή μούσα απαθανάτισε τη θυσία της Δέσπως με τα αδρότερα χρώματα:  

Της Δέσπως  

Αχός βαρύς ακούγεται πολλά ντουφέκια πέφτουν.  
Μήνα σε γάμο ρίχνονται, ουδέ σε χαροκόπι.  

Η Δέσπω κάνει πόλεμο με νύφες και μ’ αγγόνια.  
Αρβανιτιά την πλάκωσε στου Δημουλά τον πύργο.  

- Γιώργαινα ρίξε τ’ άρματα, δεν είν’ εδώ το Σούλι  
εδώ είσαι σκλάβα του πασά, σκλάβα των Αρβανίτων.  

- Το Σούλι κι αν προσκύνησε κι αν τούρκεψεν η Κιάφα 
 η Δέσπω αφέντες Λιάπηδες δεν έκανε δεν κάνει.
  
Δαυλί στο χέρι άρπαξε, κόρες και νύφες κράζει:  

Σκλάβες Τούρκων μη ζήσετε, παιδιά μαζί μ’ ελάτε.  
Και τα φουσέκια ανάψανε κι όλοι φωτιά γενήκαν.


Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2013

Σαν πεταλούδα στη φωτιά


Σαν πεταλούδα στη φωτιά, σ' εσένα γύρες φέρω
 κι οχ τη φωτιά που καίγομαι να φύγω δεν ηξέρω.  
Και μόλο που φλογίζομαι, πετώ ολόγυρα σου, 
να ξεμακρύνω δεν μπορώ στιγμήν από σιμά σου. 

Τα μάγια δεν τα πίστευα και μάγια είσαι ατή σου· 
τα μάγια είν' τα θέλγητρα οπόχει το κορμί σου.  
Γιατί με χέρι αλάθευτο ηθέλησεν η φύση 
της νιότης τ' άνθια ολόβολο προικιό να σου χαρίσει.  

Και ποιος είν' ο αναίσθητος που να σ' αλησμονήσει, 
αφού σε δει για μια φορά, μαζί σου σα μιλήσει;  
Τ' αηδόνι σόδωκε λαλιά, φωνή το καναρίνι, 
τη χλωρασιά σου δάνεισαν των περβολιών οι κρίνοι.  

Οι χάρες αναπαύουνται απάνω στη θωριά σου, 
της άνοιξης τριαντάφυλλα ανθούν στα μάγουλά σου.
  
Λεν το κοράλλι κόκκινο, μόν' δίχως νοστιμάδα· 
δεν έχει σαν τ' αχείλι σου βαφή και κοκκινάδα. 
Δοξάρια είναι τα φρύδια σου και με πιτηδειοσύνη 
βαρούν, πληγώνουν τις καρδιές, χωρίς ελεημοσύνη.  

Στα δυο σου μάτια τα γλυκά ο έρωτας φωλιάζει 
κι οχ ταύτα τις σαγίτες του στους νιους απάνω αδειάζει.  
Το κοίτασμά σου το γλυκό είν' των καρδιών ο κλέφτης· 
αν δεν πιστεύεις, ρώτησε να σου το είπει ο καθρέφτης...

Ιωάννης Βηλαράς


Matteo Arfanotti

Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2013

Και η Ποίηση πάντοτε είναι μία

Και η Ποίηση πάντοτε είναι μία όπως ένας είναι ο ουρανός. Το ζήτημα είναι από πού βλέπει κανείς τον ουρανό. Εγώ τον έχω δει από καταμεσίς της θάλασσας. 

Οδυσσέας Ελύτης, 1911-1996  


Jelle Van Der Ploeg

Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2013

Γιώργος Ανεμογιάννης ο πυρπολητής

Ο Γιώργος Ανεμογιάννης, γνωστός και ως Γιώργης από τούς Παξούς - ήρωας και μάρτυρας της Ελληνικής επανάστασης του 1821, ήταν ένας από τους πρώτους πυρπολητές του ελληνικού στόλου.
Γεννήθηκε το 1798 στο νησί των Παξών, το οποίο όπως και τα υπόλοιπα Ιόνια Νησιά, ξέφυγε από την Οθωμανική κατοχή. Αυτό δεν τον εμπόδισε, όπως και χιλιάδες άλλους κάτοικους των Ιονίων Νήσων να λάβει μέρος στον πόλεμο της Ανεξαρτησίας εναντίον των Οθωμανών. Η Επανάσταση τον βρήκε ναύτη στο εμπορικό πλοίο «Οι Σύμμαχοι» από τις Σπέτσες, που ιδιοκτήτρια του ήταν η Μπουμπουλίνα Λασκαρίνα, με πλοίαρχο τον Νικόλα Ορλώφ.
Έμεινε στην ιστορία αναλαμβάνοντας εθελοντικά μια δύσκολη κι επικίνδυνη επιχείρηση ενάντια στον τουρκικό στόλο, που είχε καταφύγει στην Ναύπακτο. 
Ο τουρκικός στόλος-μια κορβέτα, τρία μπρίκια και μια γολέτα-έπρεπε να πυρποληθεί. Το πυρπολικό-ένα μικρό ιστιοφόρο από το Γαλαξίδι, του οποίου την μετασκευή ανέλαβε ο Μυργιαλής, λοστρόμος στο πλοίο του καπετάν Μπόταση, ήταν γεμάτο όχι τόσο με μπαρούτι και ρητίνη, παρά με καυσόξυλα. Αλλά δεν υπήρχαν εθελοντές, μέχρι που το δήλωσε ο Γιώργος.
Τον ρωτάνε τι θέλει και ο Γιώργος απαντά: "τίποτα για τώρα, αλλά αν ο Θεός μου δώσει καλή τύχη, θα μου δώσετε 10 τάληρα για δώρο στην αρραβωνιαστικιά μου". 
Την αυγή 10 Ιουνίου 1821, το πυρπολικό σάλπαρε, ρυμουλκώντας την λέμβο των διασωστών του, με επικεφαλής τον Μυργιαλή. Σε απόσταση ακολούθησε το μπρίκι «Λυκούργος». 
Βλέποντας τους οι Τούρκοι ξεκίνησαν κανονιοβολισμούς από το κάστρο πάνω στο λόφο, από τις επάλξεις στην είσοδο του λιμανιού και τα πλοία του στόλου. 
Ο Μυργιαλής θεώρησε ότι δεν υπήρχε δυνατότητα να προσεγγίσουν πιο κοντά στην είσοδο του λιμανιού. Άναψε τη φωτιά και έδωσε την εντολή στον Γιώργη να μεταβεί στην λέμβο. Αυτός αρνήθηκε. Πήγε το φλεγόμενο πλοίο στην είσοδο του λιμανιού. 
Στις κραυγές του Μυργιαλή "Γιώργη θα χαθείς, πήδα στη θάλασσα», η απάντηση ήταν:
 «Αδέρφια, λευτεριά δε ζητάτε; Ας χαθώ εγώ πρώτος για αυτή ". 
Να σταθεί άλλο στο κατάστρωμα δεν ήταν δυνατό. Κρεμιέται στην πρύμνη από όπου κυβερνάει το πλοίο. Αλλά η φλόγα τον φτάνει και εκεί. Ο Γιώργος πέφτει στο νερό, προσπαθώντας με τα χέρια να στρέψει το πηδάλιο και δεν δίνει προσοχή στα σκάγια. Όταν δεν ήταν πλέον σε θέση να παραμείνει στη φλόγες και στους καπνούς, άφησε το πηδάλιο και σαν καλός κολυμβητής που ήταν, για μεγάλο χρονικό διάστημα διέφυγε από τις τουρκικές λέμβους που τον περιεβάλαν. 
Τελικά τον έπιασαν, τον έφεραν στο κατάστρωμα της φρεγάτας. Εδώ οι Τούρκοι, "τον έψησαν στη σούβλα σαν αρνί, υπό την όψιν του ελληνικού στόλου». Στη συνέχεια το απανθρακωμένα σώμα του Γιώργου το κρέμασαν για αρκετές ημέρες στο κάστρο "ως λάβαρο της βαρβαρότητας τους."
Ο Δημήτρης Φωτιάδης  (Έλληνας λογοτέχνης που ασχολήθηκε κυρίως με την ελληνική επανάσταση του 1821) βάζει τον Γιώργο από τους Παξούς δίπλα στον μάρτυρα της Ελληνικής Επανάστασης Αθανάσιο Διάκο. Πιστεύει επίσης ότι πρέπει να αναφέρεται μαζί με τον αδελφό του Αισχύλου, τον Κυναίγειρο, ο οποίος επιχείρησε μετά την μάχη του Μαραθώνα να κρατήσει με τα χέρια του, τα Περσικά πλοία. 
Μνημείο του Γιώργου στήθηκε στον τόπο όπου μαρτύρησε, στον ενετικό προμαχώνα στην είσοδο του λιμανιού της Ναυπάκτου και στην πατρίδα του στο νησί των Παξών.
Άγαλμα του Γιώργου Ανεμογιάννη στους Παξούς
Φωτογραφία Chris Haley
Άγαλμα του Γιώργου Ανεμογιάννη στη Ναύπακτο

Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2013

Όσο ο Άνθρωπος συνεχίζει να είναι

Όσο ο Άνθρωπος συνεχίζει να είναι ο άσπλαχνος καταστροφέας των κατώτερων ζώντων όντων δεν θα γνωρίσει ποτέ υγεία και ειρήνη. Γιατί όσο οι άνθρωποι κατασφάζουν τα ζώα, θα σκοτώνουν ο ένας τον άλλο. Πράγματι, αυτός που σπείρει τον καρπό του φόνου και του πόνου δεν μπορεί να δρέψει χαρά και αγάπη.

Πυθαγόρας ο Σάμιος 
Έλληνας φιλόσοφος, μαθηματικός, γεωμέτρης και θεωρητικός της μουσικής


Igor Morski
Πολωνός καλλιτέχνης και γραφίστας

Τα τραγούδια της Χαρούλας

Μανώλης Ρασούλης, Πυθαγόρας, Μάνος Λοΐζος, Χαρούλα Αλεξίου. 
Τέσσερα ονόματα, τέσσερις άνθρωποι, τέσσερα ταλέντα, μια συνεργασία. Το αποτέλεσμα-μια δισκογραφική δουλειά που έχει αφήσει εποχή. Δώδεκα τραγούδια ανεξίτηλα στο χρόνο, που ακούγονται και τραγουδιούνται και σήμερα, τόσο όσο και την εποχή που πρωτοακούστηκαν, αφού έχουν κερδίσει μια θέση στην καρδιά του κόσμου.
Ήταν Ιούνιος του 1979 όταν κυκλοφόρησε η δισκογραφική δουλειά με τίτλο "Τα τραγούδια της Χαρούλας", ένας δίσκος που αποτέλεσε ορόσημο για το ελληνικό τραγούδι.

Τα τραγούδια του δίσκου είναι:
1. Γύφτισσα τον εβύζαξε -Μ. Λοΐζος- Μ. Ρασούλης (δεύτερη φωνή Δ. Γαλάνη)
2. Την όγδοη μέρα Μ. Λοΐζος-Μ. Ρασούλης 
3. Σε πέντε ώρες ξημερώνει Κυριακή -Μ. Λοΐζος-Πυθαγόρας 
4. Πες μου πως γίνεται-Μ. Λοΐζος-Μ. Ρασούλης (δεύτερη φωνή Δ. Γαλάνη)
5. Όλα σε θυμίζουν-Μ. Λοΐζος-Μ. Ρασούλης 
6. Τι να πω-Μ. Λοΐζος-Πυθαγόρας 
7. Ο φαντάρος-Μ. Λοΐζος-Μ. Ρασούλης 
8. Έκανα τη μοίρα φίλη-Μ. Λοΐζος-Μ. Ρασούλης 
9. Κι εγώ σαν πόλη-Μ. Λοΐζος-Μ. Ρασούλης 
10. Μες το πλήθος-Μ. Λοΐζος-Μ. Ρασούλης 
11. Τέλι-τέλι-τέλι-Μ. Λοΐζος-Πυθαγόρας 
12. Τίποτα δεν πάει χαμένο-Μ. Λοΐζος-Μ. Ρασούλης

Η πρώτη δισκογραφική γνωριμία της Χαρούλας με τον Μάνο Λοΐζο ήταν το 1974, με τη συμμετοχή της στον δίσκο του Μάνου Λοΐζου με τίτλο "Καλημέρα ήλιε". Είχε τραγουδήσει τέσσερα τραγούδια του δίσκου, μεταξύ των οποίων τα: "Μια καλημέρα" και "Ποιος το ξέρει". Η συνάντηση με τον Μάνο Λοΐζο αποτελεί την αρχή μιας ουσιαστικής φιλίας και μιας σπουδαίας συνεργασίας.  Όμως, "Τα τραγούδια της Χαρούλας" ήταν ο δίσκος - ορόσημο για την πορεία της.
Πηγή φωτογραφίας

"Ο φαντάρος" είναι το τραγούδι που ξεχώρισε αμέσως, ενώ το "Όλα σε θυμίζουν" έχει καταγραφεί ως μία από τις κλασσικές ελληνικές μπαλάντες. 
Το τραγούδι με τίτλο "Κι εγώ σαν πόλη" είναι ένα απλό, όμορφο, ερωτικό τραγούδι.

"Κι εγώ σαν πόλη αφήνομαι 
τη νύχτα του Σαββάτου 
να κάνεις στην αγκάλη μου 
το γύρο του θανάτου"

Το "Μες στο πλήθος" είναι ένα τραγούδι με κοινωνικές και πολιτικές αναφορές. Ένα τραγούδι στο οποίο η μνήμη για όσα δεινά έχει ζήσει ο τόπος μας πάει χέρι-χέρι με την ανάγκη του λαού να ξεχνάει και να προχωράει, παίρνοντας μια βαθιά ανάσα. Μαζί με τη Χαρούλα ερμηνεύει ο Δημήτρης Κοντογιάννης.

"Μήπως είσαι σαν κι εμένανε κι εσύ 
στο σκοινί της ιστορίας ακροβάτης,  
μες στο ίδιο σου το στήθος φυλακή,  
μες στην ίδια σου τη χώρα μετανάστης. 
***** 
Κάνε διάλειμμα, Χαρούλα,  
πες μας τον καρσιλαμά 
να γλυκάνεις τις καρδιές μας 
και τα βρίσκουμε μετά. 
Κάνε διάλειμμα να σβήσει 
της καρδιάς μας η φωτιά,  
ο χορός να μας μεθύσει 
και τα βρίσκουμε μετά"

 Ο Μανώλης Ρασούλης, σε συνέντευξή του, διηγείται ένα περιστατικό μεταξύ των δημιουργών του δίσκου και της δισκογραφικής εταιρείας: 
"......... θα σου πω ένα στιγμιότυπο: Όταν γράφαμε τα Τραγούδια της Χαρούλας, πηγαίναμε με το Λοΐζο και τα παίζαμε στην επιτροπή της Minos. Όπου επιτροπή ο Μάτσας, η κυρία Μάτσα, ο Θεοφίλου και η Χαρούλα. Ήταν να παίξουμε το "Σχεδόν πενήντα χρόνια βάσανα και διωγμοί". Εγώ βέβαια δεν γράφω ένα τραγούδι εκτός συγκυρίας και χωρίς να υπάρχει μια βαθύτερη κοινωνική και ψυχολογική αιτία. Τό ‘γραψα τότε, το 1979, γιατί ακόμα η αριστεράντζα ήτανε στα ζόρικα. Ένα τραγούδι το γράφεις όχι για να 'κονομήσεις, αλλά για να ρίξεις βάλσαμο στην ψυχή των ανθρώπων. Μιλάω δηλαδή για μας, που ζούμε στην ψυχή μας και στην ψυχή των άλλων. Ο Μάτσας ζει στην τσέπη του και στην τσέπη των άλλων, όμως αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Πάμε λοιπόν και παίζουμε αυτό το τραγούδι. Και λέει η κυρία Μάτσα, με γλυκό τρόπο, σε στυλ Καλυψώ, προφανώς είχανε συνεννοηθεί με τον Σαμουήλ, «Μάνο, αυτό το τραγούδι έχει μια ωραία μελωδία, δεν αλλάζουμε τους στίχους να το κάνουμε ένα ερωτικό τραγούδι;» 
Του Μάνου τ’ αυτάκια κοκκινίσανε, του ανέβηκε η πίεση. Και της απάντησε: «Κοιτάξτε μαντάμ, εκτός από ευαίσθητοι, τυχαίνει να είμαστε και αριστεροί!» Και έτσι σώθηκε το τραγούδι".

Τίποτα δεν πάει χαμένο 
στη χαμένη σου ζωή,  
τ’ όνειρό σου ανασταίνω 
και το κάθε σου "γιατί".



Θα κλείσω το αφιέρωμα σ' αυτόν τον υπέροχο δίσκο με ένα τραγούδι που μου αρέσει πολύ, το "Τι να πω". 
Τους στίχους έχει γράψει ο Πυθαγόρας, ένας από τους μεγαλύτερους στιχουργούς στο ελληνικό τραγούδι, ο οποίος δυστυχώς "έφυγε" πολύ νωρίς.

Μα τι να πω τέλος πάντων; 
Ντρέπομαι και να το πω: 
πως είν’ ωραίος ο κόσμος,  
επειδή σ’ αγαπώ!
Πηγές 1 2 3

Να εμπιστεύεσαι τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος είσαι 'συ

Η Ζωή θέλει να την αγαπάνε. 
Να την αγαπάνε χωρίς παζαρέματα, πολύ και αλογάριαστα. 
Μικρή κατάλαβε πως για να τα καταφέρει, έπρεπε πρώτα ν΄ αγαπήσει αυτή τους ανθρώπους ή τουλάχιστον να κάνει πως τους αγαπά… 
Αγαπούσε όπως πεινούσε, όπως διψούσε, όπως πονούσε, όπως γελούσε. 
Το δίχτυ της Ζωής ήταν σοφά πλεγμένο. Είχε κι άλλες κλωστές πολύ γερές. 
Άνοιγε τις χούφτες της και σκόρπιζε το παιδικό της βιος. 
Χάριζε τα βιβλία της, τα μολύβια της, τις πέννες της, τις ζωγραφιές της, τα παιχνίδια της. Κρυφά από τους δικούς της χάρισε το χρυσό σταυρό της, το δαχτυλιδάκια της, μια παλιά καρφίτσα της γιαγιάς. Έψαχνε στα συρτάρια, κάτι να βρει ακόμα, να το χαρίσει κι αυτό, να γίνει ένας παραπανίσιος κρίκος στην αλυσίδα που θα την έδενε με τους ανθρώπους. 
Αγωνιζόταν. 
Η λαχτάρα της γινόταν ορμητικό ποτάμι και παράσερνε τα εμπόδια. 
Όχι, όχι δεν ήτανε παιχνίδι. Ήταν αγωνία. Παιδιάστικη αγωνία. 
Η μητέρα το ΄χε καταλάβει και της παραστεκότανε χωρίς πολλά λόγια. Ένιωθε τη μοναξιά που τρόμαζε το παιδί της, ίσως γιατί την ήξερε, τη φοβόταν. Έλεγε στη Ζωή: 
«Να εμπιστεύεσαι τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος είσαι 'συ».  

«Όταν ο ήλιος» 
Ζωρζ Σαρή
William-Adolphe Bouguereau, Γάλλος ζωγράφος (1825-1905)

Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2013

Ευτυχία δεν είναι


Ευτυχία δεν είναι να κάνεις πάντα αυτό που θέλεις, αλλά να θέλεις πάντα αυτό που κάνεις. 

Λέων Τολστόι, 1828-1910, 
Ρώσος συγγραφέας   

Morgan Weistling

Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2013

Αφιέρωμα στον Μάριο Τόκα

Ο Μάριος Τόκας ήταν μουσικοσυνθέτης που γεννήθηκε στη Λεμεσό της Κύπρου στις 8 Ιουνίου το 1954. Σπούδασε μουσική στο Εθνικό Ωδείο και ήταν απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ασχολήθηκε με τη μουσική από τα μαθητικά του χρόνια γράφοντας τραγούδια για τις παραστάσεις στο σχολείο και τις παρέες του. 

Η τουρκική εισβολή του 1974 τον βρίσκει φαντάρο: «Είναι μια περίοδος που μου άφησε τραυματικές εμπειρίες» λέει ο ίδιος σε μια συνέντευξή του «τα γεγονότα εκείνα και η γεμάτη πίκρα ζωή, είναι πηγές έμπνευσης για κάποια από τα έργα μου» συνεχίζει ο ίδιος. Βαθύτατα πολιτικοποιημένος, ο Μάριος Τόκας άρχισε να γυρίζει από πόλη σε πόλη κάνοντας συναυλίες για να εμψυχώσει τους συμπατριώτες του και να μαζέψει χρήματα για την ανακούφιση των προσφύγων.

Μετά από θητεία 38 μηνών, ο Μάριος Τόκας απολύεται από το στρατό και το Σεπτέμβριο του 1975 συνεχίζει τις σπουδές του στο Εθνικό Ωδείο και τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Γράφει τραγούδια και προσπαθεί στις δισκογραφικές εταιρίες να βγάλει τον πρώτο του δίσκο. 
Ώσπου το 1978, ο Μανώλης Μητσιάς λέει τα πρώτα του λαϊκά τραγούδια. Ο δίσκος είχε τίτλο «Τα τραγούδια της παρέας».  Τραγούδια απλά, καθημερινά, όπως ακριβώς λέει ο τίτλος τους. Σημειωτέον, η δεύτερη φωνή στα τραγούδια είναι της υπέροχης Λιζέττας Νικολάου. Τραγούδια όπως ο "Αλήτης", το "Φωνάζουν οι γειτόνοι" και το "Σαν τρένα" ακούγονται ακόμη.
Σταθμός στη διαδρομή του υπήρξε η γνωριμία του με τον ποιητή της ρωμιοσύνης Γιάννη Ρίτσο, που του εμπιστεύθηκε ανέκδοτα ποιήματά του με γενικό τίτλο «Πικραμένη μου γενιά», ένα δίσκο που κυκλοφόρησε το 1981, με ερμηνευτή το Λάκη Χαλκιά.
Ακολουθούν και άλλα μουσικά έργα σε ποίηση Κώστα Βάρναλη, Κώστα Καρυωτάκη, Κώστα Μόντη, Θεοδόση Πιερίδη, Τεύκρου Ανθία, Κυριάκου Χαραλαμπίδη, Μιχάλη Πασιαρδή και άλλων. Σημαντική είναι η παρουσία του και στη μουσική επένδυση πολλών θεατρικών και κινηματογραφικών έργων όπως τα έργα «Δόνα Ροζίτα» και «Γέρμα» του Φρεδερίκο Γκαρσία Λόρκα και στις «Θεσμοφοριάζουσες» του Αριστοφάνη. 

Το 1980, γράφει ένα παιδικό δίσκο, με τίτλο "Άρες, μάρες, κουκουνάρες".
 «Θέλω να πω ότι έχω ιδιαίτερη αδυναμία σε ό,τι αφορά στα παιδιά», λέει ο ίδιος. Η δουλειά αυτή σε στίχους Φώντα Λάδη τραγουδήθηκε από την Τάνια Τσανακλίδου. Χαρακτηριστικό δείγμα το τραγούδι με τίτλο «Τα στρατιωτάκια». «Τα τραγούδια αυτά κουβαλάνε την πίκρα της Κύπρου. Τα στρατιωτάκια δεν είναι ένα τραγούδι χαρούμενο», συνεχίζει ο Τόκας, «βγάζει όμως μηνύματα και αγγίζει ευαισθησίες».
Από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 και μετά, οι επιτυχίες διαδέχονται η μία την άλλη και η μουσική του απλώνεται γρήγορα και ταξιδεύει παντού, όπου υπάρχουν Έλληνες. Οι δισκογραφικές του δουλειές πολλές και σημαντικές. Τραγούδια όπως «Αννούλα του χιονιά», «ο Αλήτης», «Σ’ αγαπώ σαν το γέλιο του Μάη», «Η νύχτα μυρίζει γιασεμί», «Σαν τρελό φορτηγό», «Εξαρτάται», «Το σημάδι», «Σ’ αναζητώ στη Σαλονίκη», «Τα λαδάδικα», «Θάλασσες», «Δίδυμα Φεγγάρια», «Μια στάση Εδώ», «Ψηλά τα χέρια», «Βίος Ανθόσπαρτος», «Επιστροφές-καταστροφές», «Φαντάσου», «Μια βροχή», «Της μοναξιάς οι σκλάβοι» φέρνουν την απόλυτη καθιέρωση στο μουσικό στερέωμα. 

Τα τραγούδια του ερμήνευσαν τα μεγαλύτερα ονόματα στο μουσικό στερέωμα της Ελλάδας: Δημήτρης Μητροπάνος, Γιάννης Πάριος, Γιώργος Νταλάρας, Μανώλης Μητσιάς, Πασχάλης Τερζής, Γλυκερία, Χάρις Αλεξίου, Δήμητρα Γαλάνη, Αντώνης Καλογιάννης, Τόλης Βοσκόπουλος, Μαρινέλλα, Στέλιος Διονυσίου, Αλέκα Κανελλίδου, Κατερίνα Κούκα, Θέμης Αδαμαντίδης, Βασίλης Σκουλάς. 
Το 1984 κυκλοφορούν τα "Μικρά ερωτικά" με ερμηνευτή τον Αντώνη Καλογιάννη. Υπέροχες μελωδίες και δυο τραγούδια που αγαπήθηκαν πολύ. Το "Σ' αγαπώ" με τη συμμετοχή της Μαρινέλας και η "Αννούλα του χιονιά".

Το 1992 κυκλοφορεί "Η εθνική μας μοναξιά", μια δουλειά με ερμηνευτή τον Δημήτρη Μητροπάνο. Τραγούδια όπως το «Σ' αναζητώ στη Σαλονίκη», ίσως το καλύτερο τραγούδι, όχι μόνο του δίσκου, αλλά γενικά του Μάριου Τόκα, το "Θάλασσες", το «Κράτα καρδιά μου ενός λεπτού σιγή», το ομώνυμο κομμάτι-χωρίς να υστερούν και τα υπόλοιπα-τραγουδήθηκαν, τραγουδιούνται και θα παραμείνουν αθάνατα!
Την μεγάλη επιτυχία αυτού του δίσκου συμπληρώνει μια νέα. Το 1994 κυκλοφορεί ο δίσκος με τίτλο "Παρέα μ' έναν ήλιο". Ερμηνευτής και πάλι ο μοναδικός Δημήτρης Μητροπάνος. Τα «Λαδάδικα»,  «Το ζεϊμπέκικο του αρχάγγελου», «Τον Αύγουστο που μου χρωστάς» είναι μερικά από τα τραγούδια που λατρεύτηκαν.
Η κορυφαία στιγμή στην καριέρα του είναι το 1996, όταν ο Τόκας πηγαίνει στο Άγιον Όρος και εκεί , συγκλονισμένος από τα χειρόγραφα που βρήκε και μελέτησε, έγραψε το συμφωνικό έργο «Θεογεννήτωρ Μαρία», το οποίο παρουσιάστηκε μεταξύ άλλων και στον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Στεφάνου της Βιέννης (2002), στο πλαίσιο της ένταξης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στον ιστορικό αυτό ναό, για πρώτη φορά ακούστηκε ελληνική μουσική. Ο Τόκας θεωρεί εκείνη την ημέρα ως την κορυφαία στιγμή στην καριέρα του. Για το κορυφαίο αυτό έργο, ο κορυφαίος Έλληνας μουσικός, Μίκης Θεοδωράκης, έγραψε «ο Μάριος Τόκας, πάντα στηριγμένος στις ρίζες της ελληνικής μας παράδοσης, δημιούργησε και δημιουργεί έργα γνήσια ελληνικά. Οι μελωδίες του έχουν κάτι από τον ουρανό, τη θάλασσα, τον ίδιο τον βράχο του Άθω».

Σημαντικά έργα του για την Κύπρο είναι: «Ψυχή τε και σώματι» Μελοποιημένα ποιήματα των απαγχωνισθέντων αγωνιστών της ΕΟΚΑ, Ευαγόρα Παλληκαρίδη, Αντρέα Ζάκου και άλλων. «Φωνή πατρίδας» Τραγούδια σε ποίηση Κώστα Μόντη, Θεοδόση Πιερίδη και Νεσιέ Γιασίν. Τα τραγούδια «Ανασήκωσε την πλάτη Πενταδάχτυλε» και «Η δική μου η πατρίδα» σημαδεύουν τη σύγχρονη κυπριακή ιστορία. «Αμμόχωστος Βασιλεύουσα» σε ποίηση Κυριάκου Χαραλαμπίδη.
Πηγή φωτογραφίας
Ο Μάριος Τόκας βραβεύτηκε από τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, Γλαύκο Κληρίδη (2001) με το «μετάλλιο εξαίρετης προσφοράς στην πατρίδα» που αποτελεί την ύψιστη τιμή της κυπριακής πολιτείας. Μεταξύ άλλων διακρίσεων, πήρε και το βραβείο «Γιάννος Κρανιδιώτης» (2002). Πέθανε την Κυριακή του Πάσχα, στις 27 Απριλίου του 2008, έπειτα από πολύμηνη μάχη με τον καρκίνο σε ηλικία μόλις 54 χρόνων.. 

Τέσσερα χρόνια μετά τον πρόωρο θάνατό του, κυκλοφορεί μια επιλογή ανέκδοτων τραγουδιών του σε συνδυασμό με κάποια παλαιότερα., με τίτλο "Ήλιος κόκκινος". Δώδεκα τραγούδια ηχογραφήθηκαν και τα τραγούδησαν κατ' επιθυμία του ιδίου, οι βασικοί σπουδαίοι ερμηνευτές Δημήτρης Μητροπάνος, Γιάννης Πάριος και Πασχάλης Τερζής, που του χάρισαν μεγάλες διαχρονικές επιτυχίες στην διάρκεια της καριέρας του και ο νεώτερος Γιάννης Κότσιρας, με τον οποίο ο Μάριος Τόκας σχεδίαζε να συνεργαστεί.
Πηγή φωτογραφίας

Διάλεξα ένα από τα τόσα υπέροχα τραγούδια του για να ακούσουμε, ερμηνευμένο από τον αγαπημένο και αλησμόνητο Δημήτρη Μητροπάνο. Τίτλος του «Τον Αύγουστο που μου χρωστάς» με στίχους του Φίλιππου Γράψα.

Τον Αύγουστο που μου χρωστάς, τον ξέχασες 
σ’ απόσταση αναπνοής και μ’ έχασες 
κι αυτό το καλοκαίρι χαραμίστηκε 
φθινόπωρο κι η αγάπη μας βυθίστηκε

Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2013

Κεριά

Του μέλλοντος οι μέρες στέκοντ' εμπροστά μας
σα μια σειρά κεράκια αναμένα - 
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια. 

Οι περασμένες μέρες πίσω μένουν,
μια θλιβερή γραμμή κεριών σβυσμένων·
τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,
κρύα κεριά, λυωμένα, και κυρτά.

Δεν θέλω να τα βλέπω· 
με λυπεί η μορφή των, 
και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι.
Εμπρός κυττάζω τ' αναμένα μου κεριά.

Δε θέλω να γυρίσω να μη διω και φρίξω
τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει 
τι γρήγορα που τα σβυστά κεριά πληθαίνουν.

Κωνσταντίνος Καβάφης

Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2013

Η ζωγράφος του πολέμου

ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΣΙΑΦΚΟΥ

Στα σαράντα ένα της χρόνια, οπλισμένη με τα μπλοκ σχεδίου και τα μολύβια της, έφυγε από τη γαλήνια Αλεξάνδρεια η Θάλεια Φλωρά-Καραβία, προκειμένου να καλύψει ως πολεμική ανταποκρίτρια την απελευθέρωση της Μακεδονίας, της Ηπείρου στη συνέχεια, αλλά και την προέλαση του ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία. Τρελά πράγματα, θα πείτε...
Η ίδια την ώρα που δουλεύει στο μέτωπο. Η περιέργεια του τσολιά πίσω της είναι δεδομένη.
Και όμως, αυτή η γυναίκα, η γεννημένη στη Σιάτιστα το 1871, σπουδαγμένη στην Κωνσταντινούπολη, στο Μόναχο και στο Παρίσι και παντρεμένη στην Αίγυπτο με τον εκδότη Νικόλαο Καραβία, απέδειξε με τη δουλειά της πως όχι απλώς είχε τσαγανό, αλλά πως ήταν ικανή να ξεπερνά το ίδιο της το φύλο.  
«Κάτι το συνταρακτικό μού έδωκε το σκούντημα να πάγω να ιδώ τον απελευθερωτικό αυτόν αγώνα από κοντά», έγραφε πριν ξεκινήσει την περιπέτειά της, «με τα μολύβια μου και τους χρωστήρες, με την υποχρέωση να γράφω στην αλεξανδρινή "Εφημερίδα", επέρασα από τας Αθήνας να εφοδιαστώ με τη σχετική υπουργική άδεια για τη Θεσσαλονίκη, που είχε γίνει πια ελληνική».
Ο «Τραυματίας»
Συγκεντρώνοντας δύο εκπληκτικές ικανότητες, να συλλαμβάνει τη στιγμή ως ζωγράφος, αλλά να μπορεί να την αποδίδει και με τις λέξεις ως πολεμική ανταποκρίτρια στην εφημερίδα του συζύγου της, η Καραβία μετέφερε στα μετόπισθεν το θαύμα που μπόρεσε να πραγματοποιήσει ο ελληνικός στρατός και να μπει νικήτρια κι αυτή μαζί του στα Ιωάννινα στις 21 Φεβρουαρίου του 1913.  
Εγραφε η ίδια το ξημέρωμα της μέρας που θα άρχιζε η καθοριστική μάχη στο Μπιζάνι, τη «θωρακισμένη πόρτα» που θα άνοιγαν οι εύζωνοι για να μπουν στα Γιάννενα: «Παρ' όλο το δριμύ ψύχος, βγαίνομε από τη σκηνή. Τι γαλήνη στη φύση και τι άγρια την ταράζουν οι βροντές των τηλεβόλων στον καθαρόν ουρανόν με το βαθύ σαπφειρένιο χρώμα! Ξεχωρίζει, σαν από σμάλτο, η χιονισμένη άσπρη κορυφή της Ολύτσικας με τα σκοτεινά πλευρά της, σαν αμέθυστο. Κάτω βαθειά, στη δεντροσκεπασμένη και χαλικόστρωτη κοίτη του, ο Λούρος όλο και ψιθυρίζει κι αυτός με τους αφρούς του... Και όλην αυτή την ωραία συμφωνία της γαλήνης και της χαράς του ανοιξιάτικου ξυπνήματος σπαράσσουν άγρια οι απαίσιες βαρειές βροντές των τηλεβόλων, των έργων του θανάτου και του ολέθρου... Χαρά στα παλληκάρια, που δίνουν τόση ομορφιά στη φωτιά και στο θάνατο, με την υπέροχη περιφρόνηση του κινδύνου και με την αγάπη της ωραίας πάλης για την ελευθερία. Τραγουδούν τα ηρωικά παιδιά, ενώ οι οβίδες πέφτουν επάνω στα βουνά, εκεί που θ' ανεβούν...»  
Το 1940 η Καραβία εγκαταστάθηκε μόνιμα πια στην Αθήνα, δυστύχησε στα εβδομήντα της χρόνια να ζήσει έναν ακόμα πόλεμο, δεν σταμάτησε ωστόσο ποτέ να ζωγραφίζει - την ειρήνη, κατά κύριο λόγο. Ως επίλογο να μεταφέρουμε την άποψη ενός φίλου και θαυμαστή της: «Κάτω από τη γυναικεία αισθηματική ζωγραφική της, μπορούσες να ξεχωρίσεις τη στερεότητα της αρχαίας ζωγραφικής, τη θετικότητα των ελληνιστικών μωσαϊκών». 

Info: Το φωτογραφικό υλικό προέρχεται από το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, το οποίο και ευχαριστούμε.


Κάθε παιδί φέρνει το μήνυμα

Κάθε παιδί φέρνει το μήνυμα ότι ο Θεός δεν έχει αποθαρρυνθεί ακόμα από τον άνθρωπο. 

Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ
Ινδός συνθέτης, συγγραφέας και φιλόσοφος (1861-1941)
Carolyn Blish


Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2013

Λέλα Καραγιάννη-η Μπουμπουλίνα της αντίστασης

Η Λέλα Καραγιάννη, γεννημένη στη Λίμνη Ευβοίας το 1898, υπήρξε αγωνίστρια της Εθνικής Αντίστασης και αρχηγός της αντιναζιστικής οργάνωσης "Μπουμπουλίνα". 
Το αρχηγείο της ήταν στο διώροφο σπίτι της, το οποίο βρίσκεται στη συμβολή των οδών Λέλας Καραγιάννη  1 και Σταυροπούλου στην Αθήνα, κοντά στην Πλατεία Αμερικής. Σε αυτό κατοικούσε με το σύζυγό της, ο οποίος είχε φαρμακείο στην οδό Πατησίων και ήταν κι αυτός μέλος της οργάνωσης, και τα επτά παιδιά τους. 
Η οργάνωση ήταν ένας μικρός στρατός, που εκινείτο αθόρυβα, σιωπηλά μέσα στο σκοτάδι, με σκοπό να προκαλέσει όσο πιο πολύ κακό μπορούσε στον εχθρό. Αναλάμβανε τη φυγάδευση Βρετανών συμμάχων στο Κάιρο, αλλά και δολιοφθορές κατά του εχθρού, κατασκοπεία και αρωγή σε άλλες ελληνικές αντιστασιακές οργανώσεις.
Τον Ιούλιο το 1944, η Λέλα Καραγιάννη συνελήφθη από την Γκεστάπο μαζί με τα πέντε από τα παιδιά της. Βασανίστηκε στα μπουντρούμια των Ες-Ες στην οδό Μέρλιν και μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Χαϊδαρίου. Άκαμπτη στις ανακρίσεις και τα βασανιστήρια, δεν αποκάλυψε κανένα όνομα συναγωνιστή της ακόμα κι όταν βρέθηκε μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα. Δεν λύγισε ούτε όταν οι Γερμανοί απείλησαν να εκτελέσουν τα παιδιά της. 
«Τα παιδιά μου, εγώ τα γέννησα, δικά μου είναι, αλλά πρέπει να ξέρεις ότι πρωτίστως ανήκουν στην πατρίδα μας. Πρόσεξε καλά, και πάλι σου λέω ότι αυτά δεν ξέρουν τίποτα και άδικα θα τα σκοτώσεις», απάντησε με σταθερή και ήρεμη φωνή στις απειλές του Γερμανού που την ανέκρινε.
Βρήκε τον θάνατο, ψέλνοντας τον Εθνικό Ύμνο, τον ύμνο προς την Ελευθερία για την οποία θυσιάστηκε.
«Πρέπει να είμαστε υπερήφανοι που πεθαίνουμε για την πατρίδα μας και πρέπει να πεθάνουμε σαν Έλληνες… Να δείξουμε στους Γερμανούς πως ο Έλλην δεν φοβάται το θάνατο, όταν πρόκειται για την πατρίδα». 

Εκτελέστηκε από τους Γερμανούς κατακτητές, μαζί με άλλους 27 αγωνιστές της Αντίστασης, στις 8 Σεπτεμβρίου 1944 στο 'Αλσος Χαϊδαρίου, κοντά στη μονή Δαφνίου, ένα μήνα περίπου πριν από την Απελευθέρωση. 
Το 1947 η Ακαδημία Αθηνών της απένειμε το Βραβείο Αρετής και Αυτοθυσίας. Η Οικία Λέλας Καραγιάννη, κατασκευή του 1923, ανήκει στην ιδιοκτησία του Δήμου Αθηναίων και έχει κηρυχθεί από το 1995 ιστορικό διατηρητέο μνημείο που χρειάζεται ειδική προστασία, ως "αξιόλογο δείγμα κτιρίου της ύστερης εκλεκτικιστικής περιόδου".
Μια μαρμάρινη αναμνηστική πλάκα είναι τοποθετημένη (1987) από το Δήμο Αθηναίων στην πρόσοψη της οικίας, η οποία αναγράφει:
"Σ' αυτό το σπίτι έζησε και το χρησιμοποίησε σαν αρχηγείο της η ηρωίδα της Κατοχής Λέλα Καραγιάννη, "Μπουμπουλίνα". Εκτελέστηκε στις 8.9.1944. Τιμής Ένεκεν, ο Δήμος Αθηναίων, 8-9-1987". 
Μια μαρμάρινη προτομή της Λέλας Καραγιάννη, έργο της γλύπτριας Λουκίας Γεωργαντή (1919-2001), υπάρχει στον πεζόδρομο της οδού Τοσίτσα, ανάμεσα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο και το Πολυτεχνείο Αθηνών.
Πηγές 1 2 3 4

Δέκα εκατομμύρια όμορφες πράξεις


Όταν ήμουν μικρός, πέθανε ο παππούς μου, που ήταν γλύπτης. 
Ήταν επίσης ένας πολύ καλοσυνάτος άνθρωπος που είχε πολλή αγάπη να δώσει στον κόσμο και βοήθησε να καθαρίσει η φτωχογειτονιά στην πόλη μας. Μας έφτιαχνε παιχνίδια κι έκανε χίλια-δυο πράγματα στη ζωή του. Πάντα κάτι έφτιαχνε με τα χέρια του. 
Κι όταν πέθανε, συνειδητοποίησα ξαφνικά ότι δεν έκλαιγα γι’ αυτόν αλλά για τα πράγματα που έκανε. Έκλαιγα γιατί δεν θα τα ξανάκανε. 
Ποτέ ξανά δε θα σκάλιζε ένα ξύλο, δε θα μας βοηθούσε να φροντίσουμε μικρά περιστέρια στην πίσω αυλή, δε θα έπαιζε βιολί με τον δικό του τρόπο, δε θα ξανάλεγε αστεία όπως εκείνος ήξερε. 
Ήταν ένα κομμάτι μας και, όταν πέθανε, όλα όσα έκανε σταμάτησαν ακαριαία και δεν υπήρχε κανείς να τα κάνει όπως αυτός. Ήταν ξεχωριστός. Ήταν ένας σημαντικός άνθρωπος. Δεν ξεπέρασα ποτέ το θάνατό του. 
Έπλαθε τον κόσμο. Έκανε πράγματα στον κόσμο. Ο κόσμος έχασε δέκα εκατομμύρια όμορφες πράξεις εκείνο το βράδυ που πέθανε.  
Όλοι πρέπει ν’ αφήνουν κάτι πίσω τους όταν πεθαίνουν, έλεγε ο παππούς μου. Ένα παιδί, ένα βιβλίο, έναν πίνακα, ένα σπίτι, έναν τοίχο που θα χτίσουν, ένα ζευγάρι παπούτσια που θα φτιάξουν. Ή έναν κήπο που θα φυτέψουν.  
Δεν έχει σημασία τι θα κάνεις, αρκεί ν’ αλλάξεις κάτι, απ’ ό,τι ήταν πριν το αγγίξεις σε κάτι που είναι σαν κι εσένα αφού το αφήσεις από τα χέρια σου. 
Η διαφορά ανάμεσα σ’ εκείνον που απλώς κουρεύει το γρασίδι κι έναν πραγματικό κηπουρό είναι στο άγγιγμα. Ο πρώτος θα μπορούσε και να μην είχε υπάρξει ποτέ εκεί, ο κηπουρός θα είναι εκεί για μια ζωή.  
Πάνε τόσα χρόνια που πέθανε ο παππούς, αλλά αν άνοιγες το κρανίο μου, μα το Θεό, θα έβρισκες στους έλικες του εγκεφάλου μου το αποτύπωμά του. Με άγγιξε. 

Απόσπασμα από το «Fahrenheit 451″ του Ray Bradbury