Δευτέρα, 22 Ιουλίου 2013

Μόνο γιατί μ' αγάπησες


Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες 
στα περασμένα χρόνια. 
Και σε ήλιο, σε καλοκαιριού προμάντεμα 
και σε βροχή, σε χιόνια, 
δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες. 

Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου 
μια νύχτα και με φίλησες στο στόμα, 
μόνο γι’ αυτό είμαι ωραία 
σαν κρίνο ολάνοιχτο 
κ’ έχω ένα ρίγος στην ψυχή μου ακόμα, 
μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου.  


Boris Prokazov
Μόνο γιατί τα μάτια σου με κοίταξαν 
με την ψυχή στο βλέμμα, 
περήφανα στολίστηκα 
το υπέρτατο της ύπαρξής μου στέμμα, 
μόνο γιατί τα μάτια σου με κοίταξαν.  

Μόνο γιατί όπως πέρναγα με καμάρωσες
και στη ματιά σου να περνάει 
είδα τη λυγερή σκιά μου, 
ως όνειρο να παίζει, να πονάει, 
μόνο γιατί όπως πέρναγα με καμάρωσες.  


Vladimir Volegov
Γιατί δισταχτικά σα να με φώναξες 
και μου άπλωσες τα χέρια 
κ’ είχες μέσα στα μάτια σου το θάμπωμα 
- μια αγάπη πλέρια, 
γιατί δισταχτικά σα να με φώναξες.  

Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε 
γι’ αυτό έμεινεν ωραίο το πέρασμά μου. 
Σα να μ’ ακολουθούσες όπου πήγαινα, 
σα να περνούσες κάπου εκεί σιμά μου. 
Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε. 


 Alexey Zaycev
Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα, 
γι’ αυτό η ζωή μου εδόθη. 
Στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη
μένα η ζωή πληρώθη. 
Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα. 

Μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου 
μου χάρισε η αυγή ρόδα στα χέρια. 
Για να φωτίσω μια στιγμή το δρόμο σου 
μου γέμισε τα μάτια η νύχτα αστέρια, 
μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου.
  
Μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες έζησα, 
να πληθαίνω τα ονείρατά σου, 
ωραίε που βασίλεψες 
κ’ έτσι γλυκά πεθαίνω μονάχα 
γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες.

Μαρία Πολυδούρη
Οι τρίλιες που σβήνουν, 1928


Pino Daeni

Το τόσο όμορφο ποίημα της Μαρίας Πολυδούρη έχει ερμηνεύσει μοναδικά, κατά τη γνώμη μου, η Πόπη Αστεριάδη με την βελούδινη και ευαίσθητη φωνή της. Η μουσική σε αυτή την μελοποίηση είναι του Γιάννη Σπανού.
Ακούστε το!

Πέμπτη, 18 Ιουλίου 2013

Πέταξε τα όνειρά σου στο άπειρο


Πέταξε τα όνειρά σου στο άπειρο 
σαν χαρταετό, 

και δεν ξέρεις τι θα φέρουν πίσω, 
μια καινούργια ζωή, έναν καινούργιο φίλο, 

μια καινούργια αγάπη ή μια καινούργια χώρα. 

Anais Nin


Christian Schloe

Κυριακή, 14 Ιουλίου 2013

Η ροδοδάκτυλος Ηώς

Η Ηώς, κόρη του Τιτάνα Υπερίωνα και της Τιτανίδας Θείας, σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, ήταν η θεότητα-προσωποποίηση της αυγής. Αδελφή του Ήλιου, του οποίου προηγείται κάθε μέρα στο ουράνιο ταξίδι του, και της Σελήνης. Διακρινόταν για το κάλλος και τις δελεαστικές χάριτες που είχε και προσέλκυσε ερωτικά τον θεό Άρη, με τον οποίο κοιμήθηκε. Όταν το έμαθε η θεά Αφροδίτη, την «καταράστηκε» ο βίος της να είναι πλήρης ερωτικών επεισοδίων, χωρίς όμως να βρίσκει και πλήρη ικανοποίηση. Τούτο και έγινε. Απειράριθμες ήταν πλέον οι θρυλούμενες παραδόσεις γύρω από τις ερωτικές σχέσεις της Ηούς.
Evelyn De Morgan
Ο Αστραίος, προσωποποίηση του έναστρου ουρανού, ο Τιθωνός, ένας ωραιότατος νεανίας, ο ωραίος κυνηγός Ωρίωνας και ο αττικός ήρωας Κέφαλος συγκαταλέγονται στον κατάλογο των ερωτικών συντρόφων της Ηούς. Με τον Αστραίο απέκτησε τους πολυάριθμους αστέρες, τον Εωσφόρο (Αυγερινό) και τους τέσσερις κύριους ανέμους Αργέστη, Βορέα, Ζέφυρο και Νότο και μία κόρη την Δίκη.

Ο δεύτερος ερωτικός σύντροφός της, ο Τιθωνός ήταν γιος του βασιλιά της Τροίας Λαομέδοντα και της Στρυμούς. Η Ηώς τον ερωτεύτηκε και τον απήγαγε στα ανάκτορά της στις όχθες του Ωκεανού, αφού πέτυχε από τον Δία την αθανασία του, λησμονώντας όμως και να ζητήσει την αιώνια νεότητά του. Παρότι έτρεφε τον Τιθωνό με αμβροσία και τον έντυνε με λαμπρά ενδύματα οι τρίχες της κεφαλής του άρχισαν να λευκαίνουν, ρυτίδες να αυλακώνουν το πρόσωπό του έτσι ώστε να καταστεί αγνώριστος διατηρώντας μόνο τη γλυκιά φωνή του. Η Ηώς, που ως θεά ήταν και αθάνατη και αιώνια στην ίδια ηλικία, δεν μπορούσε πια να τον βλέπει. Τότε οι θεοί τον λυπήθηκαν και τον μεταμόρφωσαν σε ένα ζαρωμένο έντομο, που απλώς μιλά ακατάπαυστα, ανίκανο για νεανική δράση: το έντομο αυτό είναι ο τζίτζικας ή σύμφωνα με άλλες ιστορίες, η ακρίδα. Ο Τιθωνός και η Ηώς απέκτησαν μαζί δύο τέκνα, τον Μέμνονα και τον Ημαθίωνα.

Francesco de Mura
Τρίτος ερωτικός σύντροφος της Ηούς ήταν ο ωραίος κυνηγός Ωρίωνας τον οποίον και απήγαγε αυτή από την Τανάγρα και που όμως τον στερήθηκε πολύ γρήγορα. Μεταδίδοντάς του το αθεράπευτο ερωτικό της πάθος βλήθηκε από τα βέλη της θεάς Άρτεμης στη νήσο Ορτυγία, είτε διότι τόλμησε να προκαλέσει αυτήν σε αγώνα δισκοβολίας, είτε εξ αγνοίας της θεάς ενώ αυτός κολυμπούσε, σε παρακίνηση του Απόλλωνα (επειδή έφερε βαρέως τον ερωτικό δεσμό αυτού με την αδελφή του), είτε για άλλη αιτία. Κατ' άλλη εκδοχή η Ηώς ερωτεύθηκε τον τυφλωμένο Ωρίωνα όταν αυτός έφθασε στα όρια του Ωκεανού (ιδεατή αντίληψη του ορίζοντα, σημερινή έκφραση «στα πέρατα του κόσμου») αναζητώντας θεραπεία και ικέτευσε τον αδελφό της να του αποκαταστήσει την όραση με τις ακτίνες του.

Μετά τον φόνο του Ωρίωνα και τη μεταμόρφωσή του από τους θεούς σε ομώνυμο αστερισμό, η Ηώ ερωτεύθηκε τον Κέφαλο και τον κατεδίωξε ώσπου τον έφθασε στη Συρία, τον άρπαξε και τον έκανε δικό της. Από την ένωσή τους γεννήθηκε ο Τιθωνός, κατ' άλλους και ο Φαέθοντας.

Nicolas Poussin
Η Ηώς ήταν καθημερινή πρόδρομος του Ήλιου στον οποίο και άνοιγε κάθε αυγή με τα ρόδινα χέρια της τη «Θύρα της Ανατολής». Έπειτα στεφανοφορούνταν με άνθη που την εφοδίαζαν πτηνά και με πολύπτυχο πέπλο ανέβαινε στο τέθριππο άρμα της ρίχνοντας άνθη και με υδρίες σκορπούσε ροδόσταμο στη Γη («πρωινή δρόσος»), της οποίας οι σταγόνες άστραφταν σαν διαμάντια στις πρώτες ακτίνες του Ήλιου.


Jean-Honoré Fragonard
Οι αρχαίοι Έλληνες ποιητές εξύμνησαν την πανέμορφη θεότητα. Με θαυμασμό περιέγραψαν τα ροδόχροα δάκτυλά της, τον χιονόλευκο λαιμό της, τους θαυμαστούς οφθαλμούς της, το απαστράπτοντα πέπλο της (εικόνα λυκαυγούς) συνοδεύοντας το όνομά της με πλήθος θαυμαστικών επιθέτων ή επιφωνημάτων, όπως φάενναν, βοώπιν, ευπλόκαμον, κροκόπεπλον, λευκόπτερον, ροδόπηχυν, ροδοστεφή, ροδόσφυρον, ροδοδάκτυλον, χρυσήνιον, χρυσόθρονον, χρυσοπέδιλον κ.ά.

Adolphe Bouguereau

Πέμπτη, 11 Ιουλίου 2013

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος


Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν' αγωνίζεσαι για την ειρήνη και για το δίκιο. 


Θα βγεις στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου θα ματώσουν απ' τις φωνές
το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες, μα ούτε βήμα πίσω.
Κάθε κραυγή σου μια πετριά στα τζάμια των πολεμοκάπηλων
κάθε χειρονομία σου σα να γκρεμίζεις την αδικία.
Και πρόσεξε: μη ξεχαστείς ούτε στιγμή. 
Έτσι λίγο να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια
αφήνεις χιλιάδες παιδιά να κομματιάζονται την ώρα που παίζουν ανύποπτα στις πολιτείες 
μια στιγμή αν κοιτάξεις το ηλιοβασίλεμα
αύριο οι άνθρωποι θα χάνονται στην νύχτα του πολέμου
έτσι και σταματήσεις μια στιγμή να ονειρευτείς
εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα θα γίνουν στάχτη κάτω απ΄τις οβίδες.
Δεν έχεις καιρό
δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.


Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί ν' αφήσεις τη μάνα σου, την αγαπημένη ή το παιδί σου.
Δε θα διστάσεις. 


Θ' απαρνηθείς την λάμπα σου και το ψωμί σου
θ' απαρνηθείς τη βραδινή ξεκούραση στο σπιτικό κατώφλι
για τον τραχύ δρόμο που πάει στο αύριο.
Μπροστά σε τίποτα δε θα δειλιάσεις και ούτε θα φοβηθείς.
Το ξέρω, είναι όμορφο ν' ακούς μια φυσαρμόνικα το βράδυ, να κοιτάς εν' άστρο, να ονειρεύεσαι
είναι όμορφο σκυμμένος πάνω απ΄ το κόκκινο στόμα της αγάπης σου
να την ακούς να λεει τα όνειρα της για το μέλλον.
Μα εσύ πρέπει να τ' αποχαιρετήσεις όλ' αυτά και να ξεκινήσεις 
γιατί εσύ είσαι υπεύθυνος 

για όλες τις φυσαρμόνικες του κόσμου, για όλα τ' άστρα, 
για όλες τις λάμπες και για όλα τα όνειρα
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος. 

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος 
μπορεί να χρειαστεί να σε κλείσουν φυλακή για είκοσι ή και περισσότερα χρόνια
μα εσύ και μες στη φυλακή θα θυμάσαι πάντοτε την άνοιξη, τη μάνα σου και τον κόσμο.
Εσύ και μες απ' το τετραγωνικό μέτρο του κελιού σου
θα συνεχίζεις το δρόμο σου πάνω στη γη.
Κι όταν μες στην απέραντη σιωπή, τη νύχτα 
θα χτυπάς τον τοίχο του κελιού σου με το δάχτυλο 
απ' τ' άλλο μέρος του τοίχου θα σου απαντάει η Ισπανία. 
Εσύ, κι ας βλέπεις να περνάν τα χρόνια σου και ν' ασπρίζουν τα μαλλιά σου
δε θα γερνάς.
Εσύ και μες στη φυλακή κάθε πρωί θα ξημερώνεσαι πιο νέος
αφού όλο και νέοι αγώνες θ' αρχίζουνε στον κόσμο
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
θα πρέπει να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό.

Αποβραδίς στην απομόνωση θα γράψεις ένα μεγάλο τρυφερό γράμμα στη μάνα σου
θα γράψεις στον τοίχο την ημερομηνία, τ' αρχικά του ονόματός σου και μια λέξη: Ειρήνη
σα νά 'γραφες όλη την ιστορία της ζωής σου.
Να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό 
να μπορείς να σταθείς μπροστά στα έξη ντουφέκια 
σα να στεκόσουνα μπροστά σ' ολάκερο το μέλλον.
Να μπορείς, απάνω απ' την ομοβροντία που σε σκοτώνει
εσύ ν' ακούς τα εκατομμύρια των απλών ανθρώπων που τραγουδώντας πολεμάνε για την ειρήνη.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος


Τάσος Λειβαδίτης


Emile Claus

Τετάρτη, 10 Ιουλίου 2013

Αν ημπορείς

Αν ημπορείς την παλαβή να κάνεις, όταν οι άλλοι 
σου κάνουνε το γνωστικό κι όλοι σε λένε φταίχτη· 
αν δεν πιστεύεις τίποτα κι άλλοι δε σε πιστεύουν· 
αν σχωρνάς όλα τα δικά σου, τίποτα των άλλων· 
κι αν το κακό, που πας να κάνεις, δεν το αναβάλλεις 
κι αν σ' όσα ψέματα σου λεν με πιότερ' απανταίνεις· 
κι αν να μισείς ευφραίνεσαι κι όσους δε σε μισούνε 
κι αν πάντα τον πολύξερο και τον καλόνε κάνεις.   

Αν περπατάς με την κοιλιά κι ονείρατα δεν κάνεις
κι αν να στοχάζεσαι μπορείς μονάχα το ιντερέσο· 
το νικημένο αν παρατάς και πάντα διπλαρώνεις 
το νικητή, μα και τους δυο ξετσίπωτα προδίνεις· 
αν ό,τι γράφεις κι ό,τι λες, το ξαναλέν κι οι άλλοι 
γι' αληθινό - να παγιδεύουν τον κουτό κοσμάκη·  
αν λόγια κι έργα σου καπνόν ο δυνατός αέρας 
τα διαβολοσκορπά κι εσύ ξαναμολάς καινούριον.   

Αν όσα κέρδισες μπορείς να τα πληθαίνεις πάντα 
και την πατρίδα σου κορώνα γράμματα να παίζεις· 
κι αν να πλερώνεις την πεντάρα, που χρωστάς, αρνιέσαι 
και μόνο να πληρώνεσαι σωστό και δίκιο το 'χεις· 
αν η καρδιά, τα νεύρα σου κι ο νους σου εν αμαρτίαις 
γεράσανε κι όμως εσύ τα στύβεις ν' αποδίδουν·
 αν στέκεις πάντα δίβουλος και πάντα σου σκυμμένος 
κι όταν φωνάζουν οι άλλοι «εμπρός!» εσύ φωνάζεις «πίσω!»  

Αν στην πλεμπάγια να μιλάει αρνιέται η αρετή σου 
κι όταν ζυγώνεις δυνατούς, στα δυο λυγάς στη μέση· 
κι αν μήτε φίλους μήτ' εχθρούς ποτέ σου λογαριάζεις 
και κάνεις πως τους αγαπάς, αλλά ποτέ κανέναν 
αν δεν αφήνεις ευκαιρία κάπου να κακοβάνεις 
και μόνο, αν κάνεις το κακό, η ψυχή σου γαληνεύει, 

δικιά σου θα 'ναι τούτ' η Γης μ' όλα τα κάλλη 
που 'χει κι έξοχος θα 'σαι Κύριος, αλλ' Άνθρωπος δε θα'σαι!

Κώστας Βάρναλης


Annie Swynnerton

Τρίτη, 9 Ιουλίου 2013

Σβήσε τα μάτια μου


Σβήσε τα μάτια μου- μπορώ να σε κοιτάζω, 
τ' αυτιά μου σφράγισε τα, να σ’ ακούω μπορώ. 

Χωρίς τα πόδια μου μπορώ να 'ρθω σ’ εσένα, 
και δίχως στόμα, θα μπορώ να σε παρακαλώ. 

Κόψε τα χέρια μου, θα σε σφιχταγκαλιάζω, 
σαν να ήταν χέρια, όμοια καλά, με την καρδιά.

Σταμάτησε μου την καρδιά, 
και θα καρδιοχτυπώ με το κεφάλι. 

Κι αν κάμεις το κεφάλι μου σύντριμμα, στάχτη, 
εγώ μέσα στο αίμα μου θα σ' έχω πάλι.

Ράινερ Μαρία Ρίλκε


Andrius Kovelinas

Κυριακή, 7 Ιουλίου 2013

Η φαντασία είναι η φωνή της τόλμης


Η φαντασία είναι η φωνή της τόλμης. 

Αν υπάρχει οτιδήποτε θεϊκό στο Θεό είναι αυτό: τόλμησε να φανταστεί τα πάντα. 

Henry Miller


Kate Rodrigues

Παρασκευή, 5 Ιουλίου 2013

Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι


«Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι» ρώτησε τον κ. Κ. η μικρή κόρη της σπιτονοικοκυράς του «θα φέρονταν τότε καλύτερα στα μικρά ψάρια;» 

«Σίγουρα» απάντησε αυτός. 
«Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα έφτιαχναν στη θάλασσα για τα μικρά ψάρια τεράστιες κασέλες με διάφορες τροφές μέσα, τόσο φυτά όσο και ζώα. Θα φρόντιζαν να έχουν οι κασέλες πάντα φρέσκο νερό και θα έπαιρναν εν γένει διάφορα υγειονομικά μέτρα. Όταν, παραδείγματος χάριν, ένα ψαράκι τραυμάτιζε το πτερύγιό του, τότε οι καρχαρίες θα του έβαζαν αμέσως έναν επίδεσμο, για να μην τους πεθάνει πριν την ώρα του. 

Για να μην είναι τα ψαράκια μελαγχολικά, θα διοργανώνονταν που και που μεγάλες γιορτές στο νερό· γιατί τα χαρούμενα ψαράκια έχουν καλύτερη γεύση από τα μελαγχολικά. Θα υπήρχαν φυσικά και σχολεία σ' αυτές τις μεγάλες κασέλες. Στα σχολεία αυτά τα ψαράκια θα μάθαιναν πώς να κολυμπάνε στο στόμα των καρχαριών. Θα χρειάζονταν, παραδείγματος χάριν, τη γεωγραφία, για να μπορούν να βρίσκουν τους μεγάλους καρχαρίες, που θα βρίσκονται κάπου τεμπελιάζοντας. 

Το σπουδαιότερο θα ήταν φυσικά η ηθική διαπαιδαγώγηση των μικρών ψαριών. Θα διδάσκονταν ότι το υψηλότερο και ωραιότερο ιδεώδες είναι να θυσιάζεται ένα ψαράκι πρόθυμα και ότι όλα έπρεπε να πιστεύουν στους καρχαρίες, προπαντός όταν τους έλεγαν ότι θα μεριμνούσαν για ένα καλύτερο μέλλον. Θα δίδασκαν στα ψαράκια ότι το μέλλον αυτό τότε μόνο είναι εξασφαλισμένο, όταν μάθαιναν υπακοή. Τα ψαράκια θα έπρεπε να φυλάγονται απ' όλες τις ταπεινές, υλιστικές, εγωιστικές και μαρξιστικές διαθέσεις και να αναφέρουν αμέσως στους καρχαρίες, όταν κανένα απ' αυτά έδειχνε τέτοιες διαθέσεις. 

Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα έκαναν φυσικά και πολέμους αναμεταξύ τους, για να κυριέψουν ξένες ψαροκασέλες και ξένα ψαράκια. Τους πολέμους θα έβαζαν να τους κάνουν τα δικά τους ψαράκια. Θα δίδασκαν στα ψαράκια ότι ανάμεσα σ' αυτά και τα ψαράκια των άλλων καρχαριών υπάρχει τεράστια διαφορά. Τα ψαράκια, θα διακήρυσσαν, είναι, ως γνωστόν, βουβά, αλλά σωπαίνουν σ' εντελώς διαφορετικές γλώσσες και γι' αυτό δεν μπορούν να καταλάβουν το ένα το άλλο. Σε κάθε ψαράκι που θα σκότωνε στον πόλεμο μερικά άλλα ψαράκια εχθρικά, που σωπαίνουν σε άλλη γλώσσα, θ' απένειμαν ένα μικρό παράσημο από θαλασσινά φύκια και τον τίτλο του ήρωα. 

Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα υπήρχε φυσικά σ' αυτούς και τέχνη. Θα υπήρχαν ωραίοι πίνακες, στους οποίους θα παριστάνονταν τα δόντια των καρχαριών με υπέροχα χρώματα, τα στόματά τους σαν αληθινά πάρκα αναψυχής, όπου θα μπορούσε να κάνει κανείς έναν υπέροχο περίπατο. Τα θέατρα στο βυθό της θάλασσας θα έδειχναν πως ηρωικά ψαράκια κολυμπάνε ενθουσιασμένα στα στόματα των καρχαριών και η μουσική θα ήταν τόσο ωραία, ώστε τα ψαράκια θα ορμούσαν, κάτω από τους ήχους της, με την μπάντα μπροστά, σαν σε όνειρο και με το νανούρισμα των πιο ευχάριστων σκέψεων, στα στόματα των καρχαριών. 

Θα υπήρχε βέβαια και μια θρησκεία, αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι. Θα δίδασκε ότι για τα ψαράκια μόνο στην κοιλιά των καρχαριών θ' άρχιζε η αληθινή ζωή. Εξάλλου, αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, τα ψαράκια θα έπαυαν επίσης να είναι ίσα, όπως συμβαίνει τώρα. Μερικά απ' αυτά θα έπαιρναν αξιώματα και θα τα τοποθετούσαν πάνω από τ' άλλα. Στα κάπως μεγαλύτερα θα επιτρεπόταν μάλιστα να τρώνε τα μικρότερα. Αυτό δε θα ήταν για τους καρχαρίες παρά ευχάριστο, αφού οι ίδιοι θα είχαν έπειτα να τρώνε, συχνά, μεγαλύτερες μπουκιές. Και τα μεγαλύτερα ψαράκια, που θα είχαν ένα πόστο, θα φρόντιζαν για την τάξη ανάμεσα στα ψαράκια και θα γίνονταν δάσκαλοι, αξιωματικοί, μηχανικοί για την κατασκευή κασελών κτλ. 

Με λίγα λόγια, πολιτισμός θα υπήρχε στη θάλασσα, μόνο αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι».

Μπέρτολτ Μπρεχτ

Τετάρτη, 3 Ιουλίου 2013

Η σιωπή των Σειρήνων


Όπου αποδεικνύεται ότι σωτήρια μπορεί να φανούν και τα ανεπαρκή, ακόμη και τα παιδαριώδη μέσα: 

Για να προφυλαχτεί από τις Σειρήνες, ο Οδυσσέας έφραξε τα αυτιά του με κερί και έβαλε να τον αλυσοδέσουν στο κατάρτι. Κάτι ανάλογο, ασφαλώς, θα μπορούσαν να κάνουν ανέκαθεν όλοι οι ταξιδιώτες -εκτός από εκείνους που οι Σειρήνες πρόφταιναν να τους σαγηνεύσουν από μακριά- ήταν όμως παγκοσμίως γνωστό ότι δεν ωφελούσε. 
Το τραγούδι των Σειρήνων διαπερνούσε τα πάντα, και το πάθος των σαγηνευμένων δεν ήταν ικανό να σπάσει μόνο αλυσίδες και κατάρτια. Αυτό ο Οδυσσέας δεν το σκέφτηκε, αν και πολύ πιθανόν το είχε ακουστά. Εναπόθεσε τις ελπίδες του σε μια χούφτα κερί και μια αρμαθιά αλυσίδες, και γεμάτος αθώα χαρά για τα πενιχρά του μέσα, έβαλε πλώρη για τις Σειρήνες. 

Herbert James Draper

Οι Σειρήνες όμως έχουν ένα όπλο πιο φοβερό και από το τραγούδι: τη σιωπή τους. Και πιθανότερο, παρόλο που δεν έτυχε ποτέ, θα ήταν να γλιτώσεις από το τραγούδι τους, παρά από τη σιωπή τους. Τίποτε στον κόσμο αυτόν δεν μπορεί να αντισταθεί στο αίσθημα πως τις νίκησες με το σπαθί σου, ούτε στην αλαζονεία που επακολουθεί και σαρώνει τα πάντα. Κι η αλήθεια είναι πως δεν τραγουδούσαν οι τρομερές Σειρήνες καθώς τις ζύγωνε ο Οδυσσέας γιατί πίστευαν, ίσως, ότι με τη σιωπή τους μόνο θα νικούσαν τούτο τον αντίπαλο - εκτός κι αν, βλέποντας τόση ευτυχία στο πρόσωπο του Οδυσσέα, που μόνο το κερί σκεφτόταν και τις αλυσίδες του, λησμόνησαν κάθε τραγούδι. 

John William Waterhouse

Ο Οδυσσέας όμως, τη σιωπή τους, ας μου επιτραπεί η έκφραση, δεν την άκουσε: του φάνηκε πως τραγουδούσαν, και πως μόνο εκείνος δεν τις άκουγε, επειδή είχε λάβει τα μέτρα του. Πριν ξεκινήσει, έριξε μια κλεφτή ματιά, είδε τον καμπυλωμένο λαιμό, τις βαθιές ανάσες, τα δακρυσμένα μάτια, το μισάνοιχτο στόμα, και πίστεψε πως όλα αυτά συνόδευαν τις άριες που ανάκουστες αντηχούσαν γύρω του. Κι έπειτα δεν τις ξανακοίταξε, γύρισε το βλέμμα του πέρα, μα­κριά, κι εμπρός στην αταλάντευτη απόφασή του οι Σειρήνες κυριολεκτικά εξαφανίστηκαν, τόσο που, κι όταν βρέθηκε κοντά τους, μήτε που τις πρόσεξε. 

Gerard de Lairesse

Εκείνες όμως, ωραιότερες παρά ποτέ, συστρέφονταν, τεντώνονταν, παράδερναν τα απαίσια μαλλιά τους με τον άνεμο, και τα γαμψά τους νύχια σέρνονταν πάνω στα βράχια. Και πια δεν ήθελαν να ξελογιάσουν - μόνο να κρατήσουν ένα καθρέφτισμα από τα μεγάλα μάτια του Οδυσσέα ήθελαν, όσο γινόταν πιο πολύ. 

Αν οι Σειρήνες είχαν συνείδηση, εκείνη η φορά θα ήταν το τέλος τους. Τίποτε δεν έπαθαν όμως˙ απλώς, ο Οδυσσέας τους ξέφυγε. 

Léon Belly

Στην ιστορία αυτή υπάρχει πάντως κι ένα υστερόγραφο: Ο Οδυσσέας ήταν, λένε, τόσο πολυμήχανος, τέτοια αλεπού, που μήτε η Θεά του Πεπρωμένου δεν μπορούσε να διαβάσει την ψυχή του. Και ίσως, αν και κάτι τέτοιο υπερβαίνει την ανθρώπινη λογική - ίσως να πρόσεξε στ' αλήθεια πως σωπαίναν οι Σειρήνες, κι όλες αυτές οι προσποιήσεις που αναφέραμε, ήταν κάτι σαν ασπίδα, που την όρθωσε μπροστά τους, και μπροστά στους θεούς.  

Otto Greiner
Φραντς Κάφκα
   
μτφρ. Τζένη Μαστοράκη - Νάσος Βαγενάς