Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2015

Θα πάψετε επιτέλους να με βασανίζετε


Θα πάψετε επιτέλους να με βασανίζετε με τον καταραμένο τον χρόνο σας! Είναι απάνθρωπο! 
Πότε! Πότε! Μια μέρα! Δεν σας φτάνει αυτό; 
Μια μέρα σαν τις άλλες, μια μέρα μουγγάθηκε, μια μέρα τυφλώθηκα, μια μέρα θα κουφαθούμε, μια μέρα γεννηθήκαμε, μια μέρα θα πεθάνουμε, την ίδια μέρα, την ίδια ώρα, την ίδια στιγμή, δε σας φτάνει αυτό; Ξεγεννάνε καβάλα σ' ένα τάφο, αστράφτει το φως μια στιγμή, κι ύστερα πάλι σκοτάδι. 

Περιμένοντας τον Γκοντό (1948)
Σάμιουελ Μπέκετ


Vincent van Gogh 

Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2013

Αυτός, ίσως, είναι ο μόνος ανθρώπινος δρόμος της λύτρωσης

Νίκου Καζαντζάκη: Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά.

Στο παρακάτω απόσπασμα: Η μαντάμ Ορτάνς -που είναι ένα από τα κύρια πρόσωπα του μυθιστορήματος επειδή ήταν συνδεδεμένη με τον Ζορμπά- έχει πεθάνει και ο συγγραφέας με τον Ζορμπά επιστρέφουν από την κηδεία της.)   

Προχωρούσαμε αμίλητοι μέσα από τα στενά δρομάκια του χωριού. Τα σπίτια μαυρολογούσαν ολοσκότεινα, κάπου ένα σκυλί γάβγιζε, κάποιο βόδι αναστέναζε. Κάποτε μας έρχουνταν στο φύσημα του αγέρα εύθυμα, αναβρυτά, σαν παιγνιδιάρικα νερά, τα κουδουνάκια της λύρας. 
Βγήκαμε από το χωριό, πήραμε το δρόμο κατά το ακρογιάλι μας. 
-Ζορμπά, είπα, για να κόψω τη βαριά σιωπή, τι αγέρας είναι ετούτος; Νοτιάς; 
Μα ο Ζορμπάς πήγαινε μπροστά, κρατώντας σα φανάρι το κλουβί με το παπαγάλο και δεν αποκρίθηκε. 
Όταν φτάσαμε στο ακρογιάλι μας, ο Ζορμπάς στράφηκε: 
-Πεινάς, αφεντικό; ρώτησε. 
-Όχι, δεν πεινώ, Ζορμπά. 
-Νυστάζεις; 
-Όχι. 
-Μήτε εγώ. Ας καθίσουμε στα χοχλάδια, έχω κάτι να σε ρωτήσω. 

Ήμασταν και οι δυο κουρασμένοι, μα δε θέλαμε να κοιμηθούμε. Δε θέλαμε να χάσουμε το φαρμάκι της μέρας ετούτης, ο ύπνος μας φαίνουνταν σα μια φυγή σε ώρα κιντύνου και ντρεπόμασταν να κοιμηθούμε. 
Καθίσαμε στην άκρα της θάλασσας∙ έβαλε ο Ζορμπάς το κλουβί ανάμεσα στα γόνατά του και κάμποση ώρα σώπαινε. Ένας φοβερός αστερισμός ανέβηκε από το βουνό, πολυόματο τέρας με στρουφιχτήν ουρά, κάπου κάπου ένα αστέρι ξεκολλούσε κι έπεφτε. 
Ο Ζορμπάς κοίταξε τ' αστέρια, με το στόμα ανοιχτό, σα να τά 'βλεπε για πρώτη φορά. 
-Τι γίνεται εκεί απάνω! μουρμούρισε.  
Και σε λίγο πήρε την απόφαση, μίλησε. 
-Ξέρεις να μου πεις, αφεντικό, είπε κι η φωνή του ασκώθηκε επίσημη, συγκινημένη μέσα στη ζεστή νύχτα, ξέρεις να μου πεις τι πάει να πουν όλα αυτά; Ποιος τα έκαμε; Γιατί τα έκαμε; Και πάνω απ' όλα, ετούτο (η φωνή του Ζορμπά ήταν γεμάτη θυμό και τρόμο): Γιατί να πεθαίνουμε; 
-Δεν ξέρω, Ζορμπά! αποκρίθηκα, και ντράπηκα σα να με ρωτούσαν το πιο απλό πράμα, το πιο απαραίτητο, και δεν μπορούσα να το εξηγήσω. 
-Δεν ξέρεις! έκαμε ο Ζορμπάς και τα μάτια του γούρλωσαν. 
Όμοια γούρλωσαν και μιαν άλλη νύχτα, όταν με ρώτησε αν χορεύω και του αποκρίθηκα πως δεν ξέρω χορό. Σώπασε λίγο, άξαφνα ξέσπασε: 
-Τότε τι ναι αυτά τα παλιόχαρτα που διαβάζεις; Γιατί τα διαβάζεις; Άμα δεν λένε αυτό τι λένε; 
-Λένε τη στενοχώρια του ανθρώπου που δεν μπορεί ν' απαντήσει σε αυτά που ρωτάς, Ζορμπά, αποκρίθηκα. 
-Να τη βράσω τη στενοχώρια τους! έκαμε ο Ζορμπάς χτυπώντας με αγανάχτηση το πόδι του στις πέτρες. 

Ο παπαγάλος στις ξαφνικές φωνές τινάχτηκε απάνω: 
-Καναβάρο! Καναβάρο! έσκουζε σα να ζητούσε βοήθεια. 
-Σκασμός και συ! έκαμε ο Ζορμπάς κι έδωκε μια γροθιά στο κλουβί. Στράφηκε πάλι σε μένα 
-Εγώ θέλω να μου πεις από που ερχόμαστε και που πάμε. Του λόγου σου τόσα χρόνια μαράζωσες απάνω στις Σολομωνικές∙ θα ‘χεις στύψει δυο τρεις χιλιάδες οκάδες χαρτί∙ τι ζουμί έβγαλες; 

Τόση αγωνία είχε η φωνή του Ζορμπά, που η πνοή μου κόπηκε, αχ, να μπορούσα να του ‘δινα μια απόκριση! Ένιωθα βαθιά πως το ανώτατο που μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος δεν είναι η Γνώση, μήτε η Αρετή, μήτε η Καλοσύνη, μήτε η Νίκη∙ μα κάτι άλλο πιο αψηλό, πιο ηρωικό κι απελπισμένο: Το Δέος, ο ιερός τρόμος. Τι ‘ναι πέρα από τον ιερό τρόμο; ο νους του ανθρώπου δεν μπορεί να προχωρέσει. 

-Δεν απαντάς; έκαμε ο Ζορμπάς με αγωνία. 
Δοκίμασα να δώσω στο σύντροφό μου να καταλάβει τι είναι ο ιερός τρόμος: 
-Είμαστε σκουληκάκια μικρά μικρά, Ζορμπά, αποκρίθηκα, απάνω σ' ένα φυλλαράκι γιγάντιου δέντρου. Το φυλλαράκι αυτό είναι η γης μας∙ τ' άλλα φύλλα είναι τ' αστέρια που βλέπεις να κουνιούνται μέσα στη νύχτα. Σουρνόμαστε απάνω στο φυλλαράκι μας, και το ψαχουλεύουμε με λαχτάρα∙ τ' οσμιζόμαστε, μυρίζει, βρωμάει∙ το γευόμαστε, τρώγεται∙ το χτυπούμε, αντηχάει και φωνάζει σαν πράμα ζωντανό. 
Μερικοί άνθρωποι, οι πιο ατρόμητοι, φτάνουν ως την άκρα του φύλλου∙ από την άκρα αυτή σκύβουμε, με τα μάτια ανοιχτά, τα αυτιά ανοιχτά, κάτω στο χάος. Ανατριχιάζουμε. Μαντεύουμε κάτω μας το φοβερό γκρεμό, ακούμε ανάρια ανάρια το θρο που κάνουν τα φύλλα του γιγάντιου δέντρου, νιώθουμε το χυμό ν’ ανεβαίνει από τις ρίζες του δέντρου και να φουσκώνει την καρδιά μας. Κι έτσι σκυμμένοι στην άβυσσο, νογούμε σύγκορμα, σύψυχα, να μας κυριεύει τρόμος. 
Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει... 

Σταμάτησα. Ήθελα να πω: «Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει η ποίηση», μα ο Ζορμπάς δε θα καταλάβαινε και σώπασα. 
-Τι αρχίζει; ρώτησε ο Ζορμπάς με λαχτάρα. Γιατί σταμάτησες; 
-...Αρχίζει ο μεγάλος κίντυνος, Ζορμπά, είπα. Άλλοι ζαλίζουνται και παραμιλούν, άλλοι φοβούνται και μοχτούν να βρουν μιαν απάντηση, που να τους στυλώνει την καρδιά και λένε: "Θεός"∙ άλλοι κοιτάζουν από την άκρα του φύλλου το γκρεμό ήσυχα, παλικαρίσια και λένε: «Μου αρέσει». 

Ο Ζορμπάς συλλογίστηκε κάμποση ώρα∙ βασανίζουνταν να καταλάβει. 
-Εγώ, είπε τέλος, κοιτάζω κάθε στιγμή το θάνατο∙ τον κοιτάζω και δεν φοβούμαι. Όμως και ποτέ, ποτέ δε λέω: Μου αρέσει. Όχι, δε μου αρέσει καθόλου! Δεν είμαι λεύτερος; Δεν υπογράφω! 
Σώπασε, μα γρήγορα φώναξε πάλι: 
-Όχι, δε θ' απλώσω εγώ στο Χάρο το λαιμό μου σαν αρνί και να του πω: «σφάξε με, αγά μου, ν' αγιάσω!» 
Δε μιλούσα∙ στράφηκε, με κοίταξε ο Ζορμπάς θυμωμένος. 
-Δεν είμαι λεύτερος; ξαναφώναξε. 

Δε μιλούσα. Να λες «Ναι!» στην ανάγκη, να μετουσιώνεις το αναπόφευγο σε δικιά σου λεύτερη βούληση -αυτός, ίσως, είναι ο μόνος ανθρώπινος δρόμος της λύτρωσης. Το 'ξερα, και γι αυτό δε μιλούσα. 
Ο Ζορμπάς είδε πως δεν είχα πια τίποτα να πω, πήρε το κλουβί σιγά σιγά, να μην ξυπνήσει ο παπαγάλος, το τοποθέτησε δίπλα από το κεφάλι του και ξάπλωσε. 
-Καληνύχτα, αφεντικό, είπε∙ φτάνει. 

Ζεστός νοτιάς φυσούσε πέρα από το Μισίρι και μέστωνε τα τζερτζεβατικά και τα φρούτα και τα στήθια της Κρήτης. Τον δέχουμουν να περιχύνεται στο μέτωπο, στα χείλια μου και στο λαιμό, κι έτριζε και μεγάλωνε, σα να ‘ταν πωρικό, το μυαλό μου. 
Δεν μπορούσα να κοιμηθώ, δεν ήθελα. Δε συλλογίζουμουν τίποτα∙ ένιωθα μονάχα, στη ζεστή ετούτη νυχτιά, κάτι μέσα μου, να μεστώνει. Έβλεπα, ζούσα καθαρά το καταπληχτικό ετούτο θέαμα: ν' αλλάζω. 
Ό,τι γίνεται πάντα στα πιο σκοτεινά υπόγεια του στήθους μας, γίνουνταν τώρα φανερά, ξέσκεπα, μπροστά μου. Κουκουβιστός στην άκρα της θάλασσας, παρακολουθούσα το θάμα. 

Τ' αστέρια θάμπωσαν, ο ουρανός φωτίστηκε, κι απάνω στο φως χαράχτηκαν με ψιλό κοντύλι τα βουνά, τα δέντρα, οι γλάροι. Ξημέρωνε.

Vincent van Gogh, 1853-1890

Παρασκευή 5 Ιουλίου 2013

Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι


«Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι» ρώτησε τον κ. Κ. η μικρή κόρη της σπιτονοικοκυράς του «θα φέρονταν τότε καλύτερα στα μικρά ψάρια;» 

«Σίγουρα» απάντησε αυτός. 
«Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα έφτιαχναν στη θάλασσα για τα μικρά ψάρια τεράστιες κασέλες με διάφορες τροφές μέσα, τόσο φυτά όσο και ζώα. Θα φρόντιζαν να έχουν οι κασέλες πάντα φρέσκο νερό και θα έπαιρναν εν γένει διάφορα υγειονομικά μέτρα. Όταν, παραδείγματος χάριν, ένα ψαράκι τραυμάτιζε το πτερύγιό του, τότε οι καρχαρίες θα του έβαζαν αμέσως έναν επίδεσμο, για να μην τους πεθάνει πριν την ώρα του. 

Για να μην είναι τα ψαράκια μελαγχολικά, θα διοργανώνονταν που και που μεγάλες γιορτές στο νερό· γιατί τα χαρούμενα ψαράκια έχουν καλύτερη γεύση από τα μελαγχολικά. Θα υπήρχαν φυσικά και σχολεία σ' αυτές τις μεγάλες κασέλες. Στα σχολεία αυτά τα ψαράκια θα μάθαιναν πώς να κολυμπάνε στο στόμα των καρχαριών. Θα χρειάζονταν, παραδείγματος χάριν, τη γεωγραφία, για να μπορούν να βρίσκουν τους μεγάλους καρχαρίες, που θα βρίσκονται κάπου τεμπελιάζοντας. 

Το σπουδαιότερο θα ήταν φυσικά η ηθική διαπαιδαγώγηση των μικρών ψαριών. Θα διδάσκονταν ότι το υψηλότερο και ωραιότερο ιδεώδες είναι να θυσιάζεται ένα ψαράκι πρόθυμα και ότι όλα έπρεπε να πιστεύουν στους καρχαρίες, προπαντός όταν τους έλεγαν ότι θα μεριμνούσαν για ένα καλύτερο μέλλον. Θα δίδασκαν στα ψαράκια ότι το μέλλον αυτό τότε μόνο είναι εξασφαλισμένο, όταν μάθαιναν υπακοή. Τα ψαράκια θα έπρεπε να φυλάγονται απ' όλες τις ταπεινές, υλιστικές, εγωιστικές και μαρξιστικές διαθέσεις και να αναφέρουν αμέσως στους καρχαρίες, όταν κανένα απ' αυτά έδειχνε τέτοιες διαθέσεις. 

Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα έκαναν φυσικά και πολέμους αναμεταξύ τους, για να κυριέψουν ξένες ψαροκασέλες και ξένα ψαράκια. Τους πολέμους θα έβαζαν να τους κάνουν τα δικά τους ψαράκια. Θα δίδασκαν στα ψαράκια ότι ανάμεσα σ' αυτά και τα ψαράκια των άλλων καρχαριών υπάρχει τεράστια διαφορά. Τα ψαράκια, θα διακήρυσσαν, είναι, ως γνωστόν, βουβά, αλλά σωπαίνουν σ' εντελώς διαφορετικές γλώσσες και γι' αυτό δεν μπορούν να καταλάβουν το ένα το άλλο. Σε κάθε ψαράκι που θα σκότωνε στον πόλεμο μερικά άλλα ψαράκια εχθρικά, που σωπαίνουν σε άλλη γλώσσα, θ' απένειμαν ένα μικρό παράσημο από θαλασσινά φύκια και τον τίτλο του ήρωα. 

Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα υπήρχε φυσικά σ' αυτούς και τέχνη. Θα υπήρχαν ωραίοι πίνακες, στους οποίους θα παριστάνονταν τα δόντια των καρχαριών με υπέροχα χρώματα, τα στόματά τους σαν αληθινά πάρκα αναψυχής, όπου θα μπορούσε να κάνει κανείς έναν υπέροχο περίπατο. Τα θέατρα στο βυθό της θάλασσας θα έδειχναν πως ηρωικά ψαράκια κολυμπάνε ενθουσιασμένα στα στόματα των καρχαριών και η μουσική θα ήταν τόσο ωραία, ώστε τα ψαράκια θα ορμούσαν, κάτω από τους ήχους της, με την μπάντα μπροστά, σαν σε όνειρο και με το νανούρισμα των πιο ευχάριστων σκέψεων, στα στόματα των καρχαριών. 

Θα υπήρχε βέβαια και μια θρησκεία, αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι. Θα δίδασκε ότι για τα ψαράκια μόνο στην κοιλιά των καρχαριών θ' άρχιζε η αληθινή ζωή. Εξάλλου, αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, τα ψαράκια θα έπαυαν επίσης να είναι ίσα, όπως συμβαίνει τώρα. Μερικά απ' αυτά θα έπαιρναν αξιώματα και θα τα τοποθετούσαν πάνω από τ' άλλα. Στα κάπως μεγαλύτερα θα επιτρεπόταν μάλιστα να τρώνε τα μικρότερα. Αυτό δε θα ήταν για τους καρχαρίες παρά ευχάριστο, αφού οι ίδιοι θα είχαν έπειτα να τρώνε, συχνά, μεγαλύτερες μπουκιές. Και τα μεγαλύτερα ψαράκια, που θα είχαν ένα πόστο, θα φρόντιζαν για την τάξη ανάμεσα στα ψαράκια και θα γίνονταν δάσκαλοι, αξιωματικοί, μηχανικοί για την κατασκευή κασελών κτλ. 

Με λίγα λόγια, πολιτισμός θα υπήρχε στη θάλασσα, μόνο αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι».

Μπέρτολτ Μπρεχτ

Τετάρτη 3 Ιουλίου 2013

Η σιωπή των Σειρήνων


Όπου αποδεικνύεται ότι σωτήρια μπορεί να φανούν και τα ανεπαρκή, ακόμη και τα παιδαριώδη μέσα: 

Για να προφυλαχτεί από τις Σειρήνες, ο Οδυσσέας έφραξε τα αυτιά του με κερί και έβαλε να τον αλυσοδέσουν στο κατάρτι. Κάτι ανάλογο, ασφαλώς, θα μπορούσαν να κάνουν ανέκαθεν όλοι οι ταξιδιώτες -εκτός από εκείνους που οι Σειρήνες πρόφταιναν να τους σαγηνεύσουν από μακριά- ήταν όμως παγκοσμίως γνωστό ότι δεν ωφελούσε. 
Το τραγούδι των Σειρήνων διαπερνούσε τα πάντα, και το πάθος των σαγηνευμένων δεν ήταν ικανό να σπάσει μόνο αλυσίδες και κατάρτια. Αυτό ο Οδυσσέας δεν το σκέφτηκε, αν και πολύ πιθανόν το είχε ακουστά. Εναπόθεσε τις ελπίδες του σε μια χούφτα κερί και μια αρμαθιά αλυσίδες, και γεμάτος αθώα χαρά για τα πενιχρά του μέσα, έβαλε πλώρη για τις Σειρήνες. 

Herbert James Draper

Οι Σειρήνες όμως έχουν ένα όπλο πιο φοβερό και από το τραγούδι: τη σιωπή τους. Και πιθανότερο, παρόλο που δεν έτυχε ποτέ, θα ήταν να γλιτώσεις από το τραγούδι τους, παρά από τη σιωπή τους. Τίποτε στον κόσμο αυτόν δεν μπορεί να αντισταθεί στο αίσθημα πως τις νίκησες με το σπαθί σου, ούτε στην αλαζονεία που επακολουθεί και σαρώνει τα πάντα. Κι η αλήθεια είναι πως δεν τραγουδούσαν οι τρομερές Σειρήνες καθώς τις ζύγωνε ο Οδυσσέας γιατί πίστευαν, ίσως, ότι με τη σιωπή τους μόνο θα νικούσαν τούτο τον αντίπαλο - εκτός κι αν, βλέποντας τόση ευτυχία στο πρόσωπο του Οδυσσέα, που μόνο το κερί σκεφτόταν και τις αλυσίδες του, λησμόνησαν κάθε τραγούδι. 

John William Waterhouse

Ο Οδυσσέας όμως, τη σιωπή τους, ας μου επιτραπεί η έκφραση, δεν την άκουσε: του φάνηκε πως τραγουδούσαν, και πως μόνο εκείνος δεν τις άκουγε, επειδή είχε λάβει τα μέτρα του. Πριν ξεκινήσει, έριξε μια κλεφτή ματιά, είδε τον καμπυλωμένο λαιμό, τις βαθιές ανάσες, τα δακρυσμένα μάτια, το μισάνοιχτο στόμα, και πίστεψε πως όλα αυτά συνόδευαν τις άριες που ανάκουστες αντηχούσαν γύρω του. Κι έπειτα δεν τις ξανακοίταξε, γύρισε το βλέμμα του πέρα, μα­κριά, κι εμπρός στην αταλάντευτη απόφασή του οι Σειρήνες κυριολεκτικά εξαφανίστηκαν, τόσο που, κι όταν βρέθηκε κοντά τους, μήτε που τις πρόσεξε. 

Gerard de Lairesse

Εκείνες όμως, ωραιότερες παρά ποτέ, συστρέφονταν, τεντώνονταν, παράδερναν τα απαίσια μαλλιά τους με τον άνεμο, και τα γαμψά τους νύχια σέρνονταν πάνω στα βράχια. Και πια δεν ήθελαν να ξελογιάσουν - μόνο να κρατήσουν ένα καθρέφτισμα από τα μεγάλα μάτια του Οδυσσέα ήθελαν, όσο γινόταν πιο πολύ. 

Αν οι Σειρήνες είχαν συνείδηση, εκείνη η φορά θα ήταν το τέλος τους. Τίποτε δεν έπαθαν όμως˙ απλώς, ο Οδυσσέας τους ξέφυγε. 

Léon Belly

Στην ιστορία αυτή υπάρχει πάντως κι ένα υστερόγραφο: Ο Οδυσσέας ήταν, λένε, τόσο πολυμήχανος, τέτοια αλεπού, που μήτε η Θεά του Πεπρωμένου δεν μπορούσε να διαβάσει την ψυχή του. Και ίσως, αν και κάτι τέτοιο υπερβαίνει την ανθρώπινη λογική - ίσως να πρόσεξε στ' αλήθεια πως σωπαίναν οι Σειρήνες, κι όλες αυτές οι προσποιήσεις που αναφέραμε, ήταν κάτι σαν ασπίδα, που την όρθωσε μπροστά τους, και μπροστά στους θεούς.  

Otto Greiner
Φραντς Κάφκα
   
μτφρ. Τζένη Μαστοράκη - Νάσος Βαγενάς

Σάββατο 15 Ιουνίου 2013

Να είχα λέει, μιαν αγάπη σαν αλάνα


- Να είχα λέει, μιαν αγάπη σαν αλάνα… 
Να κυλιόμουνα μέσα της, να ‘κανα τούμπες, να ‘πλωνα την αρίδα μου να λιαζόμουνα… Να ‘ρχότανε τα όνειρά μου σαν τις κάργιες να φτεροκοπούν πάνω από το κεφάλι μου. 

Βαρέθηκα να χώνω τη ρημάδα την ψυχή μου στα ντουλάπια και να της κρεμώ αρωματικά σακουλάκια να μην τη φάει ο σκόρος. Βαρέθηκα να περπατώ με την πλάτη κολλημένη στα ντουβάρια, γιατί νιώθω γύρω μου τον θόρυβο από τα μαχαίρια που ακονίζονται. 

Είναι πολύ, ρε σεις, αυτό που ονειρεύτηκα; 
Μιαν αγάπη λέω σαν αλάνα. 
Ν’ απλώσω την αρίδα μου να λιαστώ.

Οι κάργιες  
Αλκυόνη Παπαδάκη

Βασίλης Βαγιάννης 

Κυριακή 2 Ιουνίου 2013

Εἰρήνη εἶναι ὅταν...


Εἰρήνη, λοιπόν, 
εἶναι ὅ,τι συνέλαβα μὲς ἀπ᾿ τὴν ἔκφραση 
καὶ μὲς ἀπ᾿ τὴν κίνηση τῆς ζωῆς. 

Καὶ Εἰρήνη εἶναι 
κάτι βαθύτερο ἀπ᾿ αὐτὸ ποὺ ἐννοοῦμε 
ὅταν δὲν γίνεται κάποτε πόλεμος. 

Εἰρήνη εἶναι 
ὅταν τ᾿ ἀνθρώπου ἡ ψυχὴ 
γίνεται ἔξω στὸ σύμπαν ἥλιος. 

Κι ὁ ἥλιος ψυχὴ μὲς στὸν ἄνθρωπο.

Νικηφόρος Βρεττάκος (1912-1991)
Δυὸ ἄνθρωποι  μιλοῦν γιὰ τὴν εἰρήνη τοῦ κόσμου  

Πάμπλο Πικάσο

Τρίτη 28 Μαΐου 2013

Το ψάρι είναι φίλος μου


"Το ψάρι είναι φίλος μου" είπε δυνατά. 
"Δεν έχω ξαναδεί ούτε έχω ξανακούσει για κανένα τέτοιο ψάρι". Όμως πρέπει να το σκοτώσω. Πάλι καλά που δεν είμαστε αναγκασμένοι να σκοτώσουμε τ' αστέρια".

Φαντάσου να έπρεπε κάθε μέρα κάποιος να προσπαθεί να σκοτώσει το φεγγάρι, συλλογίστηκε. Το φεγγάρι σώνεται και χάνεται. Φαντάσου όμως να ήταν αναγκασμένος κάθε μέρα κάποιος να προσπαθεί να σκοτώσει τον ήλιο; Γεννηθήκαμε τυχεροί, σκέφτηκε. 

Τότε, λυπήθηκε το μεγάλο ψάρι που δεν είχε τίποτα να φάει μα η απόφασή του να το σκοτώσει δεν κλονίστηκε στιγμή από τη λύπησή του για αυτό. Πόσους ανθρώπους θα ταΐσει, σκέφτηκε. Όμως αξίζουν να το φάνε; Όχι βέβαια. Κανείς δεν είναι άξιος να το φάει, έτσι όπως φέρεται, και έτσι περήφανο που είναι. 

Δεν τα καταλαβαίνω αυτά τα πράγματα, σκέφτηκε. Όμως πάλι καλά που δεν είμαστε αναγκασμένοι να προσπαθήσουμε να τα βάλουμε με τον ήλιο, το φεγγάρι ή τ' αστέρια. Φτάνει που ζούμε από τη θάλασσα και σκοτώνουμε τα αληθινά μας αδέλφια. 

Ο γέρος και η θάλασσα 
Έρνεστ Χέμινγουεϊ


Ivan Aivazovsky
Ρώσος ζωγράφος, 1817-1900

Παρασκευή 17 Μαΐου 2013

Έχεις δει κάτι πιο λευκό απ’ το χιόνι;


«Έχεις δει κάτι πιο λευκό απ’ το χιόνι;» 
«Όχι. Εσύ;» 
«Εγώ έχω δει. Ήταν ένα περιστέρι. Το βρήκα σήμερα το μεσημέρι να κρέμεται νεκρό στους χιονισμένους εχίνωπες. Ήταν πιο λευκό απ’ το χιόνι. Στ’ ορκίζομαι.» 
«…Ποιος το σκότωσε;» 
«Αυτοί εκεί κάτω. Οι άνθρωποι.» 
«Μα… ξέρω πως τα περιστέρια τ’ αγαπούν, τα ‘χουν σαν σύμβουλο της ειρήνης.» 
«Χα! Ποιας ειρήνης; Τι λες, μωρέ Ατόπη! Αυτοί εκεί κάτω έχουν μαζέψει ένα σωρό σύμβολα για να στολίζουν τα σαλόνια τους και τις στολές τους. Κάνουν φιέστες υψώνοντας τα σύμβολα τους, για να μπορούν πιο καλυμμένα να σκοτώνουν αυτά που συμβολίζουν. Κατάλαβες; Τα χρησιμοποιούν σαν άλλοθι, σαν κρυψώνα για τις ενοχές τους.»

Οι κάργιες 
Αλκυόνη Παπαδάκη


Victoria Stoyanova

Παρασκευή 3 Μαΐου 2013

Η Τιμή και το Χρήμα - Ανάθεμά τα τα τάλαρα


(Σύνδεση με τα προηγούμενα)

Η σιόρα Επιστήμη δέχεται την επίσκεψη του θείου του Αντρέα. Της ζητάει 1.000 τάλαρα για προίκα. Αυτή επιμένει ότι μόνο 300 μπορεί να δώσει. Ο Αντρέας, όταν μαθαίνει την τελική απάντησή της, αποφασίζει να δουλέψει, για να ξεχρεώσει το σπίτι, που πρόκειται να πουληθεί. Εγκαταλείπει στο σπίτι τη Ρήνη, που είναι έγκυος, ψαρεύει και πουλάει τα ψάρια στην αγορά. Εκεί τον βρήκε η σιόρα Επιστήμη και του ζητάει να συζητήσουν. Αυτός δε δέχεται και τη διώχνει. Στην απελπισία της αρπάζει ένα μαχαίρι και τον χτυπάει σκληρά στο μπράτσο. Ενώ την πιάνουν οι αστυνομικοί, λέει του Αντρέα: «Μη μου χάσεις το σπίτι μου. Πάρ' το κλειδί του κομού και σύρε να σου τα δώκει όλα όσα έχω ο άντρας μου, όλα, μόνο διαφέντεψέ* με στο δικαστήριο. Ανάθεμά τα τα τάλαρα!».
Ο Αντρέας, που η πληγή του είναι επιπόλαιη, τρέχει χαρούμενος στο σπίτι του. Δε βρίσκει τη Ρήνη. Πηγαίνει έπειτα στο σπίτι της και της λέει τα νέα.
* διαφεντεύω: υπερασπίζομαι
 
[Ανάθεμά τα τα τάλαρα]

Εκείνη εκοίταξε πονεμένη τα αδέρφια της, εκατέβασε το βλέφαρο και δεν του αποκρίθηκε.
«Γιατί δε χαίρεσαι;», την ερώτησε.
Κι αυτήν τη στιγμή εμπήκε στο σπίτι ο γέροντας ο Τρίνκουλος. Ετρεμε όλος, αχνός, λιγνός, φοβισμένος, με μάτια που το κρασί από τόσα χρόνια τού τα 'χε θολώσει. Μα τώρα ήταν ξενέρωτος κι εδάκρυζε. Είχε ακούσει τα τελευταία τα λόγια του Αντρέα κι αγκάλιασε μ' αγάπη τη θυγατέρα του. Κι εκεί δεν εμπόρεσε πλια να βαστάξει. Ενα αναφιλητό βαρύ βαρύ του ετίναξε τα στήθη κι εμούγκρισε για να μην ξεφωνίσει το κλάμα.
Κι ο Αντρέας στενοχωρημένος εκοίταζε τα δύο πλάσματα, που αγαπιόνταν, που υπόφερναν εξαιτίας του και που τώρα δεν εμιλούσαν.
Τέλος ο πατέρας της είπε, σφίγγοντάς τη στην αγκαλιά του: «Σ' εδυστύχεψε!». Δεν είπε ποιος. Ο νους του ήταν ίσως για τη γυναίκα του, μα ο Αντρέας ενόμισε πως τα λόγια τον εχτυπούσαν εκείνον, κι είπε: «Εφταιξα. Μα τώρα εδιορθωθήκανε όλα. Την Κυριακή βάζω στεφάνι. Εδώ τα κλειδιά του κομού, είπε να μου τα δώκεις τα χίλια».
«Και ξαναγοράζεις», του 'πε η Ρήνη πικρά, «και την αγάπη; Ω, τι έκαμες!»,. Κι εβάλθηκε να κλαίει.
«Την αγάπη;», ερώτησε αχνίζοντας. «Και δεν την έχω;».
«Οχι!», του αποκρίθηκε, «όχι! για λίγα χρήματα ήσουνε έτοιμος να με πουλήσεις και χωρίς αυτά δε μ' έπαιρνες, πάει τώρα η αγάπη. Επέταξε το πουλί!».
«Θα ξανάρθει», της απολογήθηκε λυπημένος, «στη ζεστή τη φωλιά του. Η ζωή μας θα 'ναι παράδεισος!».
«Οχι!», του 'πε. «Επειτα απ' ό,τι έκαμες όχι! κι α σ' αγαπούσα, δε θα ερχόμουνα μαζί σου. Είμαι δουλεύτρα, ποιόνε έχω ανάγκη;». Και σε μία στιγμή ξακολούθησε:
«Γιατί ν' αδικηθούν τα αδέρφια μου;».
«Σ' εδυστύχεψε!», είπε πάλι πικρά ο πατέρας, που τώρα ήταν ξενέρωτος.
«Γιατί να μην τα δώσει από την αρχή όπως τση τό 'πα; Ανάθεμά τα τα τάλαρα!». «Πάμε!», είπε ο Αντρέας.
«Οχι!», του 'πε μ' απόφαση. «Εδώ είναι ο χωρισμός μας, θα πάω σε ξένα μέρη, σε ξένον κόσμο, σ' άλλους τόπους. θα δουλέψω για με και για να κουναρήσω* το παιδί που θα γεννηθεί. Θα μου δώσει η μάνα γράμματα για να 'βρω αλλού εργασία. θα τα πάρει από τες κυράδες της. Οχι, δεν έρχομαι! Είμαι δουλεύτρα, ποιόνε έχω ανάγκη;».
Κι έπειτα από μία στιγμή σα ν' απαντούσε σε κάποια της σκέψη εξαναφώναξε: «Δεν έρχομαι, δεν έρχομαι!».
Ο Αντρέας την εκοίταξε ξεταστικά κι εκατάλαβε πως όλα τα λόγια θα 'ταν χαμένα. «Ανάθεμά τα τα τάλαρα!» εφώναξε πάλι απελπισμένος. «Πάει η ευτυχία μου!». Κι εβγήκε στο δρόμο.

* κουναρώ: μεγαλώνω, αναθρέφω

Κωνσταντίνος Θεοτόκης

Hugues Merle Γάλλος ζωγράφος, 1823-1881



Σάββατο 6 Απριλίου 2013

Μια μεγάλη ψυχή που ανήκει σε όλους


Δεν έχουμε τη δική μας ψυχή. 
Έχουμε ένα μέρος από μια μεγάλη ψυχή. Μια μεγάλη ψυχή που ανήκει σε όλους...  

Θα βρίσκομαι παντού μέσα στο σκοτάδι. Θα βρίσκομαι εκεί όπου δίνουν μάχη για να φάνε οι πεινασμένοι. Θα βρίσκομαι εκεί όπου ο μπάτσος δέρνει τον ανήμπορο. Θα βρίσκομαι εκεί όπου οι άνθρωποι φωνάζουν επειδή είναι έξαλλοι και δεν αντέχουν άλλο.  

Αλλά θα βρίσκομαι και εκεί όπου τα παιδιά γελούν επειδή πεινούν μα ξέρουν ότι το δείπνο τα περιμένει. Και θα βρίσκομαι εκεί όταν οι άνθρωποι θα τρώνε τους δικούς τους καρπούς και θα ζουν στα σπίτια που οι ίδιοι έφτιαξαν.  

Θα βρίσκομαι εκεί...

Τζον Στάινμπεκ 
Τα σταφύλια της οργής


Harvey Dunn
Αμερικανός ζωγράφος, 1884-1952

Τρίτη 12 Μαρτίου 2013

Αν ο καθένας σκέπτουνταν

- …Εγώ δεν κάνω τίποτα και βαριούµαι φοβερά! Να, σήµερα το πρωί, ώσπου να ξυπνήσει ο αδελφός µου, περνούσα και ξαναπερνούσα το χέρι µου µες στις αχτίδες του ήλιου και κοίταζα τα σκονάκια που χοροπηδούσαν, έτσι, για να περνά η ώρα. ∆εν ξέρω πώς να σκοτώσω τις ατέλειωτες ώρες της ηµέρας! 
Η Γνώση γέλασε. - Θες να τις σκοτώσεις ή να τις µεταχειριστείς; ρώτησε. 
- Το ίδιο δεν κάνει; 
- Όχι! Η ώρα πάντα περνά. Μ' αν κάνεις περιττά πράµατα, τη σκορπάς – ενώ αν κάνεις δουλειές µε σκοπό, τη µεταχειρίζεσαι. 
- ∆εν το συλλογίστηκα αυτό ποτέ, είπε συλλογισµένο το Βασιλόπουλο. Και µένα η ώρα µου φαίνεται ατέλειωτη! 
- Και όµως η ώρα είναι πολύτιµη, αποκρίθηκε η Γνώση. Σε τι καταγίνεσαι όλη µέρα; 
- Σε τίποτα! Σε τι µπορώ να καταγίνω; Ο καθένας ζει και καταγίνεται για τον εαυτό του, κι εγώ δεν έχω ανάγκη από τίποτα. 
- Μα ο τόπος σου έχει ανάγκη από σένα. 
- Μπα! Ο καθένας φροντίζει για τον εαυτό του και κουτσοζεί. 
- Καλά το είπες, πως κουτσοζεί, αποκρίθηκε λυπηµένη η Γνώση. Και ο τόπος σου κουτσοζεί. Το καταδέχεσαι όµως; 
- Τι να του κάνω; 
- Αν ο καθένας σκέπτουνταν λιγότερο το άτοµό του και δούλευε περισσότερο για το γενικό καλό, θα έβλεπε µια µέρα πως πάλι για τον εαυτό του δούλεψε, και πως αντί να κουτσοζεί, κατάφερε να καλοζεί.  

Απόσπασμα από το "Παραμύθι χωρίς όνομα" 
Πηνελόπη Δέλτα


Johnny Palacios

Σάββατο 9 Μαρτίου 2013

Ξέρεις τι είναι ο έρωτας;


Ξέρεις τι είναι ο έρωτας; 

Το άγριο μπλε της θάλασσας

Το βαθύ κόκκινο της παπαρούνας

Το φλύαρο πράσινο του λειβαδιού

Το μεθυσμένο πορτοκαλί του χειμωνιάτικου ήλιου
  
Αλκυόνη Παπαδάκη
"Κάργιες"


Andrius Kovelinas

Σάββατο 2 Μαρτίου 2013

Σκοπός της ζωής μας


Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια. 
Υπάρχουν απειράκις ωραιότερα πράγματα και απ’ αυτήν την αγαλματώδη παρουσία του περασμένου έπους. 

Σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη. 

Σκοπός της ζωής μας είναι η ατελεύτητη μάζα μας.

Σκοπός της ζωής μας είναι η λυσιτελής παραδοχή της ζωής μας και της κάθε μας ευχής εν παντί τόπω εις πάσαν στιγμήν εις κάθε ένθερμον αναμόχλευσιν των υπαρχόντων. 

Σκοπός της ζωής μας είναι το σεσημασμένον δέρας της υπάρξεώς μας.

Ανδρέας Εμπειρίκος (1901 -1975)
Υψικάμινος


Gaetano Bellei


Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2013

Να εμπιστεύεσαι τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος είσαι 'συ

Η Ζωή θέλει να την αγαπάνε. 
Να την αγαπάνε χωρίς παζαρέματα, πολύ και αλογάριαστα. 
Μικρή κατάλαβε πως για να τα καταφέρει, έπρεπε πρώτα ν΄ αγαπήσει αυτή τους ανθρώπους ή τουλάχιστον να κάνει πως τους αγαπά… 
Αγαπούσε όπως πεινούσε, όπως διψούσε, όπως πονούσε, όπως γελούσε. 
Το δίχτυ της Ζωής ήταν σοφά πλεγμένο. Είχε κι άλλες κλωστές πολύ γερές. 
Άνοιγε τις χούφτες της και σκόρπιζε το παιδικό της βιος. 
Χάριζε τα βιβλία της, τα μολύβια της, τις πέννες της, τις ζωγραφιές της, τα παιχνίδια της. Κρυφά από τους δικούς της χάρισε το χρυσό σταυρό της, το δαχτυλιδάκια της, μια παλιά καρφίτσα της γιαγιάς. Έψαχνε στα συρτάρια, κάτι να βρει ακόμα, να το χαρίσει κι αυτό, να γίνει ένας παραπανίσιος κρίκος στην αλυσίδα που θα την έδενε με τους ανθρώπους. 
Αγωνιζόταν. 
Η λαχτάρα της γινόταν ορμητικό ποτάμι και παράσερνε τα εμπόδια. 
Όχι, όχι δεν ήτανε παιχνίδι. Ήταν αγωνία. Παιδιάστικη αγωνία. 
Η μητέρα το ΄χε καταλάβει και της παραστεκότανε χωρίς πολλά λόγια. Ένιωθε τη μοναξιά που τρόμαζε το παιδί της, ίσως γιατί την ήξερε, τη φοβόταν. Έλεγε στη Ζωή: 
«Να εμπιστεύεσαι τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος είσαι 'συ».  

«Όταν ο ήλιος» 
Ζωρζ Σαρή
William-Adolphe Bouguereau, Γάλλος ζωγράφος (1825-1905)

Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2013

Δέκα εκατομμύρια όμορφες πράξεις


Όταν ήμουν μικρός, πέθανε ο παππούς μου, που ήταν γλύπτης. 
Ήταν επίσης ένας πολύ καλοσυνάτος άνθρωπος που είχε πολλή αγάπη να δώσει στον κόσμο και βοήθησε να καθαρίσει η φτωχογειτονιά στην πόλη μας. Μας έφτιαχνε παιχνίδια κι έκανε χίλια-δυο πράγματα στη ζωή του. Πάντα κάτι έφτιαχνε με τα χέρια του. 
Κι όταν πέθανε, συνειδητοποίησα ξαφνικά ότι δεν έκλαιγα γι’ αυτόν αλλά για τα πράγματα που έκανε. Έκλαιγα γιατί δεν θα τα ξανάκανε. 
Ποτέ ξανά δε θα σκάλιζε ένα ξύλο, δε θα μας βοηθούσε να φροντίσουμε μικρά περιστέρια στην πίσω αυλή, δε θα έπαιζε βιολί με τον δικό του τρόπο, δε θα ξανάλεγε αστεία όπως εκείνος ήξερε. 
Ήταν ένα κομμάτι μας και, όταν πέθανε, όλα όσα έκανε σταμάτησαν ακαριαία και δεν υπήρχε κανείς να τα κάνει όπως αυτός. Ήταν ξεχωριστός. Ήταν ένας σημαντικός άνθρωπος. Δεν ξεπέρασα ποτέ το θάνατό του. 
Έπλαθε τον κόσμο. Έκανε πράγματα στον κόσμο. Ο κόσμος έχασε δέκα εκατομμύρια όμορφες πράξεις εκείνο το βράδυ που πέθανε.  
Όλοι πρέπει ν’ αφήνουν κάτι πίσω τους όταν πεθαίνουν, έλεγε ο παππούς μου. Ένα παιδί, ένα βιβλίο, έναν πίνακα, ένα σπίτι, έναν τοίχο που θα χτίσουν, ένα ζευγάρι παπούτσια που θα φτιάξουν. Ή έναν κήπο που θα φυτέψουν.  
Δεν έχει σημασία τι θα κάνεις, αρκεί ν’ αλλάξεις κάτι, απ’ ό,τι ήταν πριν το αγγίξεις σε κάτι που είναι σαν κι εσένα αφού το αφήσεις από τα χέρια σου. 
Η διαφορά ανάμεσα σ’ εκείνον που απλώς κουρεύει το γρασίδι κι έναν πραγματικό κηπουρό είναι στο άγγιγμα. Ο πρώτος θα μπορούσε και να μην είχε υπάρξει ποτέ εκεί, ο κηπουρός θα είναι εκεί για μια ζωή.  
Πάνε τόσα χρόνια που πέθανε ο παππούς, αλλά αν άνοιγες το κρανίο μου, μα το Θεό, θα έβρισκες στους έλικες του εγκεφάλου μου το αποτύπωμά του. Με άγγιξε. 

Απόσπασμα από το «Fahrenheit 451″ του Ray Bradbury

Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2013

Μπροστά στο νόμο

Μπροστά στο νόμο στέκει ένας θυρωρός, σ' αυτό το θυρωρό έρχεται ένας χωρικός και ζητά να μπει μέσα. Μα ο θυρωρός λέει πως δεν μπορεί να τον αφήσει τώρα να μπει. Ο άνθρωπος συλλογιέται και ύστερα ρωτά μήπως θα μπορούσε να μπει αργότερα. "'Ίσως", λέει ο θυρωρός, "τώρα όμως όχι". 
Η πόρτα είναι ανοιχτή όπως πάντα και καθώς παραμερίζει ο θυρωρός, σκύβει ο άνθρωπος, για να κοιτάξει μέσα από την πόρτα. Μόλις το αντιλήφθηκε αυτό ο θυρωρός, γελά και λέει: "Αν το τραβά η όρεξη σου, δοκίμασε να μπεις, μ' όλο που σου το απαγόρεψα. Πρόσεξε όμως: είμαι δυνατός. Και δεν είμαι παρά ο πιο κάτω απ' όλους τους θυρωρούς. Από αίθουσα σ' αίθουσα είναι κι άλλοι θυρωροί, ο ένας πιο δυνατός από τον άλλο. Τη θέα του τρίτου μόλις, ούτ’ εγώ μπορώ να την αντέξω". 
Τέτοιες δυσκολίες δεν τις περίμενε ο χωρικός. Ο νόμος ωστόσο πρέπει να 'ναι στον καθένα και πάντα προσιτός, σκέπτεται, και καθώς τώρα κοιτάζει προσεχτικά το θυρωρό, τυλιγμένο στο γούνινο πανωφόρι του, τη μεγάλη σουβλερή του μύτη, τη μακριά, αραιή, μαύρη, τατάρικη γενειάδα, αποφασίζει να περιμένει καλύτερα ίσαμε να πάρει την άδεια να μπει. 
Ο θυρωρός του δίνει ένα σκαμνί και τον αφήνει να καθίσει πλάι στην πόρτα. Εκεί δα κάθεται μέρες και χρόνια. Κάνει πολλές προσπάθειες να του επιτρέψουν να μπει, και κουράζει τον θυρωρό με τα παρακάλια του. Ο θυρωρός του κάνει συχνά μικρορωτήματα, σαν αυτά που κάνουν οι μεγάλοι κύριοι, και στο τέλος του λέει ολοένα, πως δεν μπορεί ακόμα να τον αφήσει να μπει. 
Ο άνθρωπος, που ήταν καλά εφοδιασμένος για το ταξίδι του, τα ξόδεψε όλα, ακόμη κι ό,τι πολύτιμο είχε, σε δωροδοκίες για το θυρωρό. Εκείνος τα δέχεται όλα και ύστερα λέει: "Τα δέχομαι μόνο και μόνο για να μη νομίσεις πως παρέλειψες τίποτα." Όλα αυτά τα πολλά χρόνια ο άνθρωπος παρατηρεί το θυρωρό σχεδόν αδιάκοπα. Αποξεχνά τους άλλους θυρωρούς, κι αυτός ο πρώτος του φαίνεται το μοναδικό εμπόδιο για να μπει στο νόμο. Καταριέται την κακή τύχη. 
Τα πρώτα χρόνια χωρίς συγκρατημό και δυνατά, αργότερα, όσο γεράζει, μουρμουρίζει μόνο. Αρχίζει να παιδιαρίζει, και, μια και μελετώντας χρόνια το θυρωρό γνώρισε και τους ψύλλους του γούνινου γιακά του, παρακαλεί και τους ψύλλους να τον βοηθήσουν και ν' αλλάξουν τη γνώμη, του θυρωρού. Τέλος, το φως λιγοστεύει και δεν ξέρει, αν γύρω του αλήθεια σκοτεινιάζει, ή αν μονάχα τα μάτια του τον απατούν. Ωστόσο, αναγνωρίζει τώρα μια λάμψη μέσα στο σκοτάδι, που ξεχύνεται άσβεστη μέσα από του νόμου την πόρτα. 
Δεν έχει πια πολλή ζωή. Πριν από το θάνατο του σμίγουν όλες οι πείρες όλης του της ζωής σε ένα ρώτημα, που δεν είχε κάνει ως σήμερα στο θυρωρό. Του γνέφει, γιατί δεν μπορεί πια ν' ανασηκώσει το ξυλιασμένο του κορμί. Ο θυρωρός πρέπει να σκύψει πολύ κοντά του, γιατί το ύψος του ανθρώπου έχει πολύ αλλάξει. "Τι θες λοιπόν ακόμα να μάθεις;" ρωτά ο θυρωρός, "είσαι αχόρταγος...". 
"'Όλοι μάχονται για το νόμο", λέει ο άνθρωπος, "πώς τυχαίνει να μη ζητά κανένας άλλος εκτός από μένα να μπει;" Ο θυρωρός νιώθει πως ο άνθρωπος αγγίζει κιόλας στο τέλος και, για να φτάσει την ακοή του που χάνεται, ουρλιάζει: "Κανένας άλλος δε μπορούσε να γίνει δεκτός εδώ, γιατί η είσοδος ήταν για σένα προορισμένη. Πηγαίνω τώρα να την κλείσω."
Απόσπασμα από το μυθιστόρημα "Η Δίκη"
Φραντς Κάφκα (1883-1924)

Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2013

Σώπα, μη μιλάς




Σώπα, μη μιλάς, είναι ντροπή  
κόψ' τη φωνή σου,σώπασε επιτέλους 
 κι αν ο λόγος είναι αργυρός  
η σιωπή είναι χρυσός.

Τα πρώτα λόγια που άκουσα από παιδί  
έκλαιγα, γέλαγα, έπαιζα μου λέγανε:  «σώπα».  
Στο σχολείο μου κρύψαν την αλήθεια τη μισή,  
μου λέγανε : 
«εσένα τι σε νοιάζει; Σώπα!»

Με φιλούσε το πρώτο κορίτσι που ερωτεύτηκα
και μου λέγανε: 
 «κοίτα μην πεις τίποτα, σσσσ ....σώπα!»  
Κόψε τη φωνή σου και μη μιλάς, σώπαινε.  
Και αυτό βάσταξε μέχρι τα είκοσι μου χρόνια. 
 Ο λόγος του μεγάλου
  η σιωπή του μικρού.

Έβλεπα αίματα στο πεζοδρόμιο, 
 «Τι σε νοιάζει εσένα;», μου λέγανε,  
«θα βρεις το μπελά σου, σώπα».  
Αργότερα φωνάζανε οι προϊστάμενοι 
«Μη χώνεις τη μύτη σου παντού,  
κάνε πως δεν καταλαβαίνεις, σώπα»  
Παντρεύτηκα, έκανα παιδιά,  
η γυναίκα μου ήταν τίμια κι εργατική και  ήξερε να σωπαίνει. 
 Είχε μάνα συνετή , που της έλεγε «Σώπα».

Σε χρόνια δίσεκτα οι γονείς, οι γείτονες με συμβουλεύανε : 
 «Μην ανακατεύεσαι, κάνε πως δεν είδες τίποτα. Σώπα»  
Μπορεί να μην είχαμε με δαύτους γνωριμίες ζηλευτές, 
με τους γείτονες, μας ένωνε , όμως, το "Σώπα".  

Σώπα ο ένας, σώπα ο άλλος σώπα οι επάνω, σώπα οι κάτω, 
 σώπα όλη η πολυκατοικία και όλο το τετράγωνο.  
Σώπα οι δρόμοι οι κάθετοι και οι δρόμοι οι παράλληλοι. 
 Κατάπιαμε τη γλώσσα μας.  
Στόμα έχουμε και μιλιά δεν έχουμε.  
Φτιάξαμε το σύλλογο του «Σώπα».  και μαζευτήκαμε πολλοί  
μία πολιτεία ολόκληρη, μια δύναμη μεγάλη, αλλά μουγκή!

Πετύχαμε πολλά, φτάσαμε ψηλά, 
μας δώσανε παράσημα,  τα πάντα κι όλα πολύ.  
Εύκολα , μόνο με το Σώπα.  
Μεγάλη τέχνη αυτό το «Σώπα». 
 Μάθε το στη γυναίκα σου, στο παιδί σου, στην πεθερά σου 
 κι όταν νιώσεις ανάγκη να μιλήσεις 
ξερίζωσε τη γλώσσα σου  και κάν'την να σωπάσει.  
Κόψ'την σύρριζα.  Πέτα την στα σκυλιά. 
 Το μόνο άχρηστο όργανο από τη στιγμή που δεν το μεταχειρίζεσαι σωστά.

Δεν θα έχεις έτσι εφιάλτες , τύψεις κι αμφιβολίες.  
Δε θα ντρέπεσαι τα παιδιά σου και θα γλιτώσεις από το βραχνά να μιλάς, 
 χωρίς να μιλάς να λες "έχετε δίκιο, είμαι σαν κι εσάς" 
  Αχ!  Πόσο θα 'θελα να μιλήσω ο κερατάς.  
και δεν θα μιλάς ,  
θα γίνεις φαφλατάς ,  
θα σαλιαρίζεις αντί να μιλάς .  

Κόψε τη γλώσσα σου, κόψ'την αμέσως.  
Δεν έχεις περιθώρια.  Γίνε μουγκός.  
Αφού δε θα μιλήσεις, καλύτερα να το τολμήσεις. 
Κόψε τη γλώσσα σου.  

Για να είσαι τουλάχιστον σωστός στα σχέδια και στα όνειρά μου 
 ανάμεσα σε λυγμούς και σε παροξυσμούς 
κρατώ τη γλώσσα μου,  
γιατί νομίζω πως θα'ρθει η στιγμή 
που δεν θα αντέξω  και θα ξεσπάσω και δεν θα φοβηθώ 
και θα ελπίζω  και κάθε στιγμή το λαρύγγι μου θα γεμίζω με ένα φθόγγο,  
με έναν ψίθυρο, με ένα τραύλισμα, με μια κραυγή που θα μου λέει:  
ΜΙΛΑ! ...;. 
 Αζίζ Νεσίν