Είναι ένα τραγούδι που πολλοί απ’ όσους το άκουσαν το ερωτεύτηκαν ίσως περισσότερο κι απ’ τον άνθρωπο που του το αφιέρωσαν. Η μυσταγωγία της μελωδίας, η αισθαντικότητα των φωνών, η αναγλυφότητα των συναισθημάτων, ο κραδασμός των αισθήσεων, σε ταξιδεύουν τόσο μακριά απ’ τη λογική, τόσο βαθιά στο κέντρο του σύμπαντος της ανθρώπινης «ολότητας», αυτής της αίσθησης του αέναου, του ανέπαφου, του αμόλυντου, του αθάνατου, που σου υπόσχεται ο έρωτας, τόσο που σε κάνει να νιώθεις πως κανείς ποτέ δεν ανακάλυψε ούτε θα ανακαλύψει, δεν γεύτηκε ούτε θα γευτεί, δεν ρίγησε ούτε θα ριγήσει, δεν διαλύθηκε ούτε θα διαλυθεί για τον έρωτα όπως εσύ. Πως κανείς δεν ένιωσε αυτό το απόκοσμο χάδι, που άλλοτε μοιάζει ουρανός άλλοτε ανάσα της αβύσσου, άλλοτε φωτιά των αισθήσεων άλλοτε σκίρτημα θανάτου, τόσο έντονα όσο εσύ, τόσο έντονα όπως αυτό το τραγούδι σε κάνει να νιώθεις στο πετσί σου καθώς ξορκίζει το θάνατο, αφού κάθε έρωτας, κάθε οργασμός των αισθήσεων, είναι ένας μικρός θάνατος – και γι’ αυτό άλλωστε ο έρωτας αυτή η «ανδρόγυνος» οντότητα είναι η μόνη εν ζωή αθανασία, ο μόνος μάγος που μπορεί πάντα με το ίδιο, με αυτό το ένα και μοναδικό του ξόρκι, να νικάει το φθαρτό.
Και γι’ αυτό ο έρωτας κι ο θάνατος που ξεχειλίζουν από τούτο το απόκοσμης ομορφιάς τραγούδι σε συνεπαίρνουν αμέσως, ρίχνοντάς σε στην αγκαλιά αυτού του παντοτινού ταγκό, του ρυθμού που αναδύθηκε από τα μπορντέλα της Αργεντινής για να κατακτήσει, να αλώσει ολοκληρωτικά, το σώμα της Δύσης.
Όμως σε τούτο το τραγούδι του έρωτα, ο θάνατος είναι πολύ πιο παρών, πιο εφιαλτικά αδυσώπητος, απ’ ό,τι θα φανταζόταν ποτέ κανείς… Η ψυχρή του ανάσα είναι διάχυτη παντού. Η αλήθεια του παγώνει το καυτό φιλί των εραστών, αφυδατώνει την υγρασία των αισθήσεων, επισκιάζει τα χρώματα του πάθους παύει την πανδαισία των αγγιγμάτων.
Γιατί το «Dance me to the end of love» δεν είναι ένα τραγούδι γραμμένο για εραστές όπως νομίζουν όσοι ριγούν στο άκουσμά του…
Το τραγούδι αυτό είναι κυριολεκτικά, ένα ξόρκι θανάτου. Ένα αληθινό αντίδοτο αγωνίας στο δηλητήριο της κτηνωδίας από άνθρωπο σε άνθρωπο. Ένα βάλσαμο ανάμνησης στο μαρτύριο της φρίκης που έζησαν εκατομμύρια άνθρωποι, όλοι εκείνοι που εξοντώθηκαν στα κρεματόρια του ναζισμού.
Είναι ένα τραγούδι γεμάτο επιθανάτιες κραυγές ενός παράλογου μαρτυρίου, στοιχειωμένο από το κλάμα των παιδιών, από τη κραυγή των σημαδεμένων, από τον ψίθυρο των σκελετωμένων που δεν είχαν πια φωνή, από το ανατριχιαστικό σύρσιμο των νεκροζώντανων που περίμεναν μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα, μέσα στην εξαθλίωση, την αγωνία, το μαρτύριο, το τέλος τους.
Είναι ποτισμένο από εκείνη τη φρικτή μυρωδιά της καμμένης σάρκας, από τον παραλογισμό του ναζισμού –του ναζισμού που αναβιώνει σήμερα, γιατί η ιστορία επαναλαμβάνεται όχι σαν φάρσα πια αλλά σαν θέατρο του παραλόγου.
Αυτό το τραγούδι είναι η φρίκη της απαίτησης να παίζουν μουσική, οι ίδιοι οι μελλοθάνατοι, στους διαδρόμους των στρατοπέδων, την ώρα που οι άλλοι περνούσαν μπροστά τους στην ουρά του Άουσβιτς, του Νταχάου, πηγαίνοντας από την ουρά της φρίκης, να θανατωθούν και να καούν στα κρεματόρια. Είναι όλα τα τελευταία βλέμματα που κοίταξαν τον κάθε Εβραίο μουσικό και το «φλεγόμενο βιολί» του, με την ιστορία ζωής, πόνου, που κουβαλούσε το καθένα απ’ αυτά, την ώρα που εκείνοι βάδιζαν προς το θάνατο, και την ίδια ώρα που ο συγκρατούμενός τους μουσικός υποχρεωνόταν από τους ναζί να παίζει κλασική μουσική στους διαδρόμους αυτής της γήινης κόλασης.
Γιατί το «Dance me to the end of love» δεν είναι ένας χορός ως το τέλος της αγάπης, αλλά ένας χορός ως το τέλος της ύπαρξης, που εφορμώντας από τη γενεσιουργό πηγή του πάθους για τη ζωή, μπορεί εντέλει να αγκαλιάζει σφιχτά συμπαρασύροντας ως το θάνατο ακόμα και την ίδια την αγάπη. Γι’ αυτό ενώ είναι ένα τραγούδι που γεννήθηκε από το θάνατο, μπορεί να αγκαλιάζει, να δονεί τον έρωτα και τη ζωή…
Γιατί, σύμφωνα με το δημιουργό του Leonard Cohen όπως διηγήθηκε κάποτε χαρακτηριστικά γι’ αυτό «Είναι παράξενος ο τρόπος που γεννιέται ένα τραγούδι, κάθε τραγούδι έχει κάποιου είδους σπόρο, που κάποιος βάζει στο χέρι σου ή ο ίδιος ο κόσμος βάζει στο χέρι σου, και γι’ αυτό η διαδικασία είναι τόσο μυστήρια για το πώς γράφεται ένα τραγούδι. Όμως το συγκεκριμένο ήρθε για μένα απλά επειδή γνώριζα ή άκουγα ότι δίπλα στα κρεματόρια, σε κάποια στρατόπεδα θανάτου υπήρχε μία ομάδα μουσικών, που αποτελούνταν από ένα κουαρτέτο εγχόρδων, οι οποίοι υποχρεώνονταν να παίζουν κάθε φορά που εξελισσόταν η διαδικασία αυτής της φρίκης. Και αυτούς τους ανθρώπους που έπαιζαν, τους περίμενε η ίδια τρομακτική μοίρα. Και υποχρεώνονταν να παίζουν κλασική μουσική,την ώρα που οι συγκρατούμενοί τους θανατώνονταν και καίγονταν. Αυτή η μουσική λοιπόν το “χόρεψέ με στην ομορφιά σου με ένα φλεγόμενο βιολί” εννοεί συμβολικά σαν ομορφιά το τέλος της ύπαρξης, και το στοιχείο του πάθους που διέπει κάθε ολοκλήρωση. Όμως αυτή είναι η ίδια γλώσσα που χρησιμοποιούμε για την απόλυτη παράδοση στον αγαπημένο ή στην αγαπημένη μας, έτσι ώστε σ’ ένα τραγούδι να μην είναι σημαντικό εντέλει να γνωρίζει κανείς την απαρχή της γένεσής του, γιατί εάν και η ίδια η γλώσσα προέρχεται απ’ αυτή την γενεσιουργό πηγή πάθους, μπορεί να αγκαλιάσει οποιαδήποτε παθιασμένη ενέργεια».
Σήμερα, λοιπόν, με αφορμή τη «Νύχτα των Κρυστάλλων» -το Πογκρόμ κατά των Εβραίων στις 9 Νοέμβρη του 1938 από τη ναζιστική Γερμανία… …σήμερα «χόρεψέ με στην ομορφιά σου, με ένα φλεγόμενο βιολί», μία νότα, έναν ήχο, μια μελωδία, ένα όραμα που να κάψει επιτέλους τη φρίκη αυτού του κόσμου, να κάνει στάχτη την ασκήμια του, τον παραλογισμό του, το μάταιο και άσκοπο πόνο, το θρήνο για την ανθρωπιά που χάνει ξανά και ξανά στο λυκόφως της ντροπής της η ανθρωπότητα…
"Οι μαθητές του 2ου Γυμνασίου για τον Νίκο Γκάτσο Τα λόγια του Ν. Γκάτσου φιλτραρισμένα στις καρδιές και το μυαλό των μαθητών του 2ου Γυμνασίου"
και μεταφέρω τα λόγια ενός μαθητή για το τραγούδι αυτό:
"Ένα τραγούδι με επαναστατικό περιεχόμενο. Ακούγοντάς το νιώθω πολλά συναισθήματα να με πλημμυρίζουν. Πώς να ήταν άραγε η ζωή εκείνα τα χρόνια; Κατά τη γνώμη μου ήταν δύσκολα εκείνα τα χρόνια, όμως και σήμερα είναι πολύ δύσκολα. Οι άνθρωποι αγωνίζονταν για την ελευθερία τους, δεν άντεχαν άλλο τη σκλαβιά, αγωνίστηκαν και έτσι την αποτίναξαν, χαρίζοντας στους εαυτούς τους και στους απογόνους τους την ελευθερία. Στην εποχή μας όμως κάνουμε κι εμείς αυτό που πρέπει; Δυστυχώς θεωρώ ότι πολλοί λίγοι είναι αυτοί που αγωνίζονται σήμερα και προσπαθούν για το κοινό καλό. Το τραγούδι αυτό και πολλά άλλα του Νίκου Γκάτσου μοιάζει να ‘ναι προφητικό. Αναρωτιέμαι αν θα μπορέσουμε κάποια στιγμή κι εμείς να σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων και να μιμηθούμε τους προγόνους μας, να απελευθερωθούμε από το σκοτάδι που μας καταδιώκει". Δημήτρης Ζήσης
Γνωστοί στίχοι από το τραγούδι του Μίκη Θεοδωράκη με τίτλο "Το Γελαστό παιδί". Ποιο ήταν άραγε το γελαστό παιδί για το οποίο γράφτηκε το τραγούδι αυτό;;
Το μελοποιημένο από τον Μίκη Θεοδωράκη ποίημα του Ιρλανδού θεατρικού συγγραφέα Μπρένταν Μπέαν (Brendan Behan 1923-1964), μεταφρασμένο από τον Βασίλη Ρώτα, είναι αφιερωμένο στον Ιρλανδό επαναστάτη Μάικλ Κόλινς.
O Μάικλ Κόλινς ήταν σημαντικός ηγέτης του ιρλανδικού απελευθερωτικού κινήματος, κατά των Βρετανών, που δυνάστευαν το νησί επί 700 χρόνια. Γεννήθηκε στις 16 Οκτωβρίου του 1890, στην κομητεία του Κορκ. Κατά τη διάρκεια της διαμονής του στο Λονδίνο, όταν ήταν 20 ετών, θα γίνει μέλος της «Ιρλανδικής Ρεπουμπλικανικής Αδελφότητας» (IRB), μιας μυστικής οργάνωσης που σκοπό είχε την απελευθέρωση της Ιρλανδίας. Είναι «ο άνθρωπος που δημιούργησε την Ιρλανδία», αφού τον Ιούλιο του 1921, η Αγγλία αναγκάζεται χάρη στον Κόλινς να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και να υπογράψει συνθήκη ειρήνης. Οι Άγγλοι όμως, κράτησαν ένα μικρό μέρος (το 1/6) της χώρας -και το πιο πλούσιο- στα βόρεια, και αυτός είναι ο λόγος του συνεχιζόμενου αγώνα των Ιρλανδών.
"Είχεν αντρεία και θάρρος και αιώνια θα θρηνώ
το πηδηχτό του βήμα το γέλιο το γλυκό
ανάθεμα την ώρα κατάρα τη στιγμή
σκοτώσαν οι εχθροί μας το γελαστό παιδί"
Ο Κόλινς πυροβολήθηκε και σκοτώθηκε σε ενέδρα τον Αύγουστο του 1922 κατά τη διάρκεια του Ιρλανδικού Εμφυλίου Πολέμου-πόλεμος στον οποίο ο Κόλλινς έστρεψε όλες τις προσπάθειες του για να μην χυθεί αδελφικό αίμα. Πήγε από σφαίρα δικού του συμπατριώτη, Ιρλανδού και όχι από «βόλι Εγγλέζου».
"Μον’ να `ταν σκοτωμένο στου αρχηγού το πλάι
και μόνον από βόλι Εγγλέζου να `χε πάει
κι από απεργία πείνας μέσα στη φυλακή
θα `ταν τιμή μου που `χασα το γελαστό παιδί"
Οι στίχοι γράφτηκαν για το έργο του Μπρένταν Μπέαν «Ένας Όμηρος» (An Giall / The Hostage), έργο γραμμένο το 1957. Το έργο πρωτοπαίχτηκε στην Ελλάδα από τις 12 Απριλίου έως τις 20 Μαΐου του 1962 στο «Κυκλικό Θέατρο» του Λεωνίδα Τριβιζά. Στην παράσταση αυτή πρωταγωνιστούσαν ο Κώστας Μπάκας, ο Χρήστος Πάρλας, η Νέλλη Αγγελίδου, η Ντόρα Γιαννακοπούλου και η Τασώ Καββαδία. Τη μουσική και τα τραγούδια του έργου υπέγραφε ο Μίκης Θεοδωράκης σε στίχους του Μπρένταν Μπέαν και μετάφραση του Βασίλη Ρώτα. Πρωτοακούστηκαν, παιγμένα με την κιθάρα του Δημήτρη Φάμπα. Τα σκηνικά είχε κάνει ο Γιάννης Τσαρούχης και τη σκηνοθεσία ο Λεωνίδας Τριβιζάς. Ερμηνεύτρια του τραγουδιού «Το γελαστό παιδί», ήταν η Ντόρα Γιαννακοπούλου.
Οι αρχικοί στίχοι του 1961 έλεγαν “σκοτώσαν οι δικοί μας το Γελαστό Παιδί». Στη θεατρική παράσταση Μαγική Πόλη που ανέβηκε το 1962, “οι δικοί μας” έγιναν “εχθροί” και πλέον όλοι τραγουδούσαν “Σκοτώσαν οι εχθροί μας το γελαστό παιδί”. Στις συναυλίες μετά την πτώση της Χούντας οι “εχθροί” έγιναν “φασίστες”.
Το τραγούδι ηχογραφήθηκε από τη Μαρία Φαραντούρη το 1966 για το άλμπουμ "Ένας όμηρος" και έγινε γνωστό στο πανελλήνιο και στη συνέχεια σε όλον τον κόσμο. Στην Ελλάδα το «Γελαστό παιδί» συνδέθηκε με τη δολοφονία του βουλευτή Γρηγόρη Λαμπράκη από τους παρακρατικούς το 1963 -πολύ περισσότερο όταν ο Κώστας Γαβράς το χρησιμοποίησε ως βασικό μουσικό μοτίβο στην ταινία του «Ζ».Έγινε το τραγούδι διαμαρτυρίας κατά της δικτατορίας (1967-1974) και παραμένει μέχρι σήμερα ένα από τα πιο δημοφιλή τραγούδια.
"Βασιλικιά μου αγάπη μ’ αγάπη θα στο λέω
για το ό,τι έκανες αιώνια θα σε κλαίω
γιατί όλους τους εχθρούς μας θα ξέκανες εσύ
δόξα τιμή στ’ αξέχαστο γελαστό παιδί"
Στο βίντεο που ακολουθεί θα δείτε την ερμηνεία της Μαρίας Φαραντούρη στην συναυλία που έδωσε το 1974 ο Μίκης Θεοδωράκης, μετά την πτώση της χούντας των συνταγματαρχών.
Το τόσο όμορφο ποίημα της Μαρίας Πολυδούρη έχει ερμηνεύσει μοναδικά, κατά τη γνώμη μου, η Πόπη Αστεριάδη με την βελούδινη και ευαίσθητη φωνή της. Η μουσική σε αυτή την μελοποίηση είναι του Γιάννη Σπανού.
Το 1972, πενήντα χρόνια μετά την Μικρασιατική καταστροφή, κυκλοφόρησε ένας αριστουργηματικός δίσκος, ο οποίος συμπεριλαμβάνεται στους κλασσικούς του ελληνικού τραγουδιού. Τίτλος του "Μικρά Ασία". Η μουσική είναι του Απόστολου Καλδάρα και οι στίχοι του Πυθαγόρα. Τα τραγούδια του δίσκου ερμήνευσαν ο Γιώργος Νταλάρας και η Χαρούλα Αλεξίου,που ουσιαστικά έκανε το ντεμπούτο της στη δισκογραφία.
Τα τραγούδια του δίσκου είναι:
1. Μες στου Βοσπόρου τα στενά- Γ. Νταλάρας
2. Οι καμπάνες της Αγιας Σοφιάς-Γ. Νταλάρας
3. Δυο παλικάρια απ' τ' Αϊβαλί-Χ. Αλεξίου
4. Η προσφυγιά-Γ. Νταλάρας
5. Πέτρα πέτρα χτίσαμε-Γ. Νταλάρας
6. Η Σμύρνη-Γ. Νταλάρας
7. Γιορτή ζεϊμπέκηδων-Γ. Νταλάρας
8. Το σπίτι μου το πατρικό-Γ. Νταλάρας
9. Πήρε φωτιά το Κορδελιό-Χ. Αλεξίου
10. Τι να θυμηθώ τι να ξεχάσω-Γ. Νταλάρας
11. Μαρμαρωμένος βασιλιάς-Χ. Αλεξίου
Στο τραγούδι με τίτλο "Τι να θυμηθώ τι να ξεχάσω" αφηγείται με την επιβλητική φωνή του ο Γιάννης Φέρτης και στη δεύτερη φωνή είναι ο ίδιος ο Απόστολος Καλδάρας.
Τραγούδια λαϊκά, με απλό και άμεσο λόγο. Οι στίχοι του Πυθαγόρα, ενός μεγάλου στιχουργού που δυστυχώς "έφυγε" νωρίς, αγγίζουν την καρδιά του ακροατή. Τα λόγια αυτά σε συνδυασμό με την υπέροχη μουσική του Καλδάρα, αλλά και την ξεχωριστή ενορχήστρωση με παραδοσιακά όργανα (σαντούρι, ταμπουράς, κανονάκι) απογείωσαν τον δίσκο. Ο κόσμος τον αγάπησε και τον έκανε χρυσό αφού ξεπέρασε σε πωλήσεις τα 50.000 αντίτυπα. Ίσως δεν είναι πολύ γνωστό ότι τα τραγούδια του δίσκου αρχικά επρόκειτο να τα τραγουδήσει ο Στέλιος Καζαντζίδης. Όμως, η συνεργασία αυτή δεν ευοδώθηκε και τελικά κλήθηκαν ο Νταλάρας και η Αλεξίου.
Ας δούμε λίγο πως οι δημιουργοί του εμπνεύστηκαν το δίσκο αυτό.
Ο Καλδάρας, σύμφωνα με όσα λέει ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, εμπνεύστηκε από το δράμα των προσφύγων της Μικράς Ασίας, τους οποίους έζησε στα Τρίκαλα όπου και γεννήθηκε. Έτσι αποφάσισε να φτιάξει ένα δίσκο με θέμα την εθνική αυτή τραγωδία και τον ξεριζωμένο ελληνισμό. Ζήτησε από τον Πυθαγόρα να γράψει τους στίχους.
Από το βιβλίο του Άγγελου Αξιώτη με τίτλο "Πυθαγόρας, 30 χρόνια τραγούδια" μαθαίνουμε ότι ο Πυθαγόρας μπορεί να γεννήθηκε οκτώ χρόνια μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, ωστόσο η μάννα του πέρασε τα γυμνασιακά της χρόνια στη Σμύρνη και σπούδασε δασκάλα. Εκεί υπηρετούσε κι ο πατέρας του, ως έφεδρος αξιωματικός. Η μάνα, δεν σταματάει να διηγείται στα παιδιά της τη συμφορά του Ελληνισμού, τον όλεθρο, τον ξεριζωμό, το σκόρπισμα των οικογενειών. Οι μνήμες από τα λόγια της μάνας του μετουσιώθηκαν σε στίχους που συγκλόνισαν καρδιές.
Ο Απόστολος Καλδάρας αναφερόμενος σ' αυτή τους τη συνεργασία, είπε για τον Πυθαγόρα: «Θα υπενθυμίσω μόνο το έργο του "Μικρά Ασία" που είχα την τύχη να μελοποιήσω εγώ, που συγκίνησε το πανελλήνιο και που... με τόσο μεγάλη μαεστρία, στα στενά πλαίσια ενός δίσκου βέβαια, επεξεργάστηκε το θέμα της Μικρασιατικής Καταστροφής και που μόνο αυτό στάθηκε αρκετό να του ανοίξει την πόρτα για το Πάνθεον των μεγάλων του λαϊκού στίχου.»
Ο δίσκος επανεκδόθηκε σε CD το 2004. Στο σημείωμα της νέας έκδοσης, ο ποιητής Λευτέρης Παπαδόπουλος γράφει: "... Διότι ο Πυθαγόρας ήταν ο πιο κατάλληλος για να γράψει ένα καθαρά λαϊκό έργο, χωρίς να παρεισφρύσουν στους στίχους του φιλολογικές "κορώνες", που θα νόθευαν και θα γίνονταν λιγότερο κατανοητές από το μεγάλο κοινό. [...] Με τη Μικρά Ασία, όμως, ο Πυθαγόρας πέρασε σε ένα άλλο επίπεδο. Γιατί το έργο αυτό, με την αποφασιστική δική του συμβολή, βρέθηκε στα χείλη όλων των Ελλήνων και ο δίσκος, φυσικά, εμπορικά εκτοξεύτηκε στα ύψη!"
Παραθέτω αποσπάσματα κάποιων τραγουδιών. Λόγια που αποτελούν μαρτυρίες μιας τραγικής εποχής για την Ελλάδα και προκαλούν ρίγος και συγκίνηση.
"Σε ποια πέτρα σε ποιο χώμα
να ριζώσεις τώρα πια
κι απ’ το θάνατο ακόμα
πιο πικρή είσαι προσφυγιά",
από το τραγούδι "Προσφυγιά"
"Η Σμύρνη μάνα καίγεται
καίγεται και το βιος μας
ο πόνος μας δε λέγεται
δε γράφεται ο καημός μας
Ρωμιοσύνη ρωμιοσύνη
δε θα ησυχάσεις πια
ένα χρόνο ζεις ειρήνη
και τριάντα στη φωτιά",
από το τραγούδι "Η Σμύρνη"
"Τούρκος εγώ κι εσύ Ρωμιός
κι εγώ λαός κι εσύ λαός
εσύ Χριστό κι εγώ Αλλάχ
όμως κι οι δυο μας αχ και βαχ",
από το τραγούδι "Μες του Βοσπόρου τα στενά"
"Πέτρα πέτρα χτίσαμε μια φτωχή γωνιά
τη ζωή μας κλείσαμε μες στην Κοκκινιά
δάκρυ δάκρυ φτάσαμε ως τη λησμονιά
τι είμασταν ξεχάσαμε
μες στην Κοκκινιά
Μα το βράδυ που `ρχεται
τ’ όνειρο μας παίρνει
στην Πέργαμο μας φέρνει
και στο Μαρμαρά"
από το τραγούδι "Πέτρα πέτρα χτίσαμε"
Διάλεξα για να ακούσουμε το τραγούδι με τίτλο "Μαρμαρωμένος Βασιλιάς" με τη συγκλονιστική Χαρούλα Αλεξίου.
Το υπέροχο αυτό ποίημα του Λόρκα, μελοποίησε ο Γιάννης Γλέζος. Την απόδοση των στίχων στα ελληνικά έκανε ο Λευτέρης Παπαδόπουλος. Το 1969 κυκλοφόρησε ο δίσκος που είχε τίτλο "12 τραγούδια του F. G. LORCA". Τα τραγούδια του δίσκου ερμήνευσε μοναδικά ο Γιάννης Πουλόπουλος και συμμετείχε σε δύο τραγούδια η Έλενα Κυρανά. Στο τραγούδι με τίτλο "Χάρτινο τριαντάφυλλο" φωνητικά κάνει η Ρένα Κουμιώτη. Την ενορχήστρωση του δίσκου έχει κάνει ο Νίκος Μαμαγκάκης, ενώ το εξώφυλλο είναι του Γιάννη Μόραλη.
Τα τραγούδια του δίσκου είναι:
Το τραγούδι του καβαλάρη Σεβιλλιάνικο νανούρισμα Οι ρηγάδες της τράπουλας Το πρώτο φιλί-Έλενα Κυρανά Θάνατος την αυγή Από έρωτα πεθαίνουν τα κλαριά Κόρντοβα Μπαλκόνι Αποχαιρετισμός Κεφαλοδέσι-Έλενα Κυρανά Χάρτινο τριαντάφυλλο Μπαλάντα των τριών ποταμών
Εκτός από το "Από έρωτα πεθαίνουν τα κλαριά", που είναι το πιο γνωστό και το πιο διαχρονικό απ' όλα, προσωπικά ξεχωρίζω τα "Μπαλάντα των τριών ποταμών", "Μπαλκόνι" και το "Κεφαλόδεσι", το οποίο είναι το δεύτερο τραγούδι που επιλέγω για να ακούσουμε, από τη γλυκιά φωνή της Έλενας Κυρανά, μιας τραγουδίστριας που χάθηκε γρήγορα από την ελληνική μουσική σκηνή.
Τα χεράκια μου καλέ μου σου κεντήσανε μια κάπα
με λουλούδια μοσχοκάρφια πελερίνα από νερό
Το φεγγάρι είναι καλέ μου μια σταλίτσα πηγαδάκι
και τα λούλουδα καλέ μου τίποτ’ άλλο πια δε θέλουν
μόνο τα γερά σου μπράτσα που τη νύχτα με αγκαλιάζουν
μόν’ τα μπράτσα σου καλέ μου που τη νύχτα μ’ αγκαλιάζουν
*****
Όταν ήρθες για το γάμο άσπρη άνοιξη καλέ μου
και του αλόγου τα νύχια τέσσερις λυγμοί ασήμι
Το φεγγάρι είναι καλέ μου μια σταλίτσα πηγαδάκι
και τα λούλουδα καλέ μου τίποτ’ άλλο πια δε θέλουν
μόνο τα γερά σου μπράτσα που τη νύχτα μ’ αγκαλιάζουν
μόν’ τα μπράτσα σου καλέ μου που τη νύχτα με αγκαλιάζουν