Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2014
Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2014
Φυλακισμένα Μνήματα
Κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ἀπελευθερωτικοῦ ἀγώνα τοῦ 1955-59 γιὰ τὴν ἀπαλλαγὴ τῆς Κύπρου ἀπὸ τὸ Βρετανικὸ ζυγό, οἱ ἀποικιοκράτες κατασκεύασαν στὶς Κεντρικὲς Φυλακὲς τῆς Λευκωσίας ἕνα μικρὸ κοιμητήριο ποὺ ἔμεινε στὴν Ἱστορία μὲ τὴν ὀνομασία «Φυλακισμένα Μνήματα». Εἶναι ἕνας στενὸς χῶρος δίπλα ἀπὸ τὰ κελιὰ τῶν μελλοθάνατων καὶ τὴν ἀγχόνη, περιτριγυρισμένος ἀπὸ ψηλοὺς τοίχους μὲ τεμάχια γυαλιῶν στὸ πάνω μέρος τους. Ἐδῶ ἀποφασίστηκε, ἐπὶ Κυβερνήτη Τζὼν Χάρντιγκ, νὰ θάβουν τοὺς ἀπαγχονιζόμενους καθὼς καὶ ἡγετικὲς μορφὲς τῆς Ἐθνικῆς Ὀργάνωσης Κυπρίων Ἀγωνιστῶν (ΕΟΚΑ) ποὺ σκοτώνονταν σὲ μάχες, γιὰ νὰ μὴ μετατρέπονται οἱ κηδεῖες τους σὲ μαζικὰ συλλαλητήρια καὶ μαχητικὲς διαδηλώσεις.
Στὰ Φυλακισμένα Μνήματα εἶναι θαμμένοι δεκατρεῖς ἡρωομάρτυρες, ἀπὸ τοὺς ὁποίους οἱ ἐννιὰ ἐκτελέστηκαν μὲ ἀπαγχονισμὸ στὶς Κεντρικὲς Φυλακὲς τῆς Λευκωσίας, τρεῖς ἔπεσαν στὸ πεδίο τῆς μάχης καὶ ἕνας πέθανε σὲ στρατιωτικὸ νοσοκομεῖο, μετὰ τὸν τραυματισμό του σὲ μάχη. Τὸ μοναδικό τους ἔγκλημα ἦταν ἡ ἀγάπη τους γιὰ τὴν ἐλευθερία. Οἱ ἡρωομάρτυρες τῆς ἀγχόνης, παρὰ τὰ φρικτὰ καὶ ἀπάνθρωπα σωματικὰ καὶ ψυχικὰ μαρτύρια ἀπὸ τὴν ὥρα τῆς σύλληψης μέχρι τὴν ὥρα τῆς ἐκτέλεσης, δὲ λύγισαν. Μὲ ἀκμαῖο τὸ ἠθικὸ καὶ ἀκλόνητη τὴν πίστη ἀντιμετώπιζαν κάθε μέρα τὴ μεγάλη τους δοκιμασία. Κι ὅταν ἔφτασε ἡ πιὸ κρίσιμη ὥρα, βάδισαν πρὸς τὴν ἀγχόνη εὐθυτενεῖς καὶ ἀγέρωχοι, ψάλλοντας θρησκευτικὰ ἄσματα καὶ τὸν Ἐθνικὸ Ὕμνο, ἐνῶ ἄλλοι κρατούμενοι ἀγωνιστὲς τοὺς ἐνθάρρυναν μὲ πατριωτικὰ συνθήματα καὶ τραγούδια.
Ἡ κηδεία γινόταν ἀμέσως μετὰ τὸν ἀπαγχονισμό. Μοναδικὴ παρουσία ἐκείνη τοῦ ἱερέα τῶν φυλακῶν ποὺ ἔψαλλε τὴν νεκρώσιμη ἀκολουθία ἔξω ἀπὸ τὴν κλειστὴ εἴσοδο τοῦ κοιμητηρίου. Ὕστερα οἱ Ἄγγλοι τοὺς ἔθαβαν, χωρὶς νὰ παρευρίσκεται κανένας Ἑλληνοκύπριος, οὔτε μάνα, οὔτε πατέρας. Οἱ γονεῖς προσκύνησαν τοὺς τάφους τῶν παιδιῶν τοὺς μετὰ τὸ τέλος τοῦ ἀγώνα.
Οἱ ἐννιὰ ἀπαγχονισθέντες, ὅλοι τους νέοι ἡλικίας 19-24 ἐτῶν, εἶναι μὲ τὴ σειρὰ ποὺ ἐκτελέστηκαν: Μιχαλάκης Καραολῆς, Ἀνδρέας Δημητρίου (ἀπαγχονίστηκαν μαζὶ στὶς 10.5.1956), Ἰάκωβος Πατάτσος, Ἀνδρέας Ζάκος, Χαρίλαος Μιχαὴλ (Ἀπαγχονίσθηκαν μαζὶ στὶς 9.8.1956), Μιχαὴλ Κουτσόφτας, Στέλιος Μαυρομμάτης, Ἀνδρέας Παναγίδης (Ἀπαγχονίστηκαν μαζὶ στὶς 21.9.1956), Εὐαγόρας Παλληκαρίδης (Ἀπαγχονίσθηκε στὶς 14.3.1957).
Στὰ Φυλακισμένα Μνήματα ἀναπαύονται ἀκόμα τέσσερα παλικάρια τῆς ΕΟΚΑ, ποὺ μὲ τὴν ἡρωική τους δράση ἐξέπληξαν καὶ αὐτοὺς τοὺς κατακτητές. Οἱ Ἄγγλοι ἀρνήθηκαν νὰ δώσουν τὶς σοροὺς τῶν ἡρώων στὶς οἰκογένειές τους, φοβούμενοι τὶς λαϊκὲς ἐκδηλώσεις κατὰ τὴν κηδεία τους. Τοὺς ἔθαψαν στὸ κοιμητήριο τῶν φυλακῶν ὅπως τοὺς ἥρωες τῆς ἀγχόνης. Οἱ τέσσερις ἥρωες εἶναι οἱ ἀκόλουθοι: Μάρκος Δράκος, Γρηγόρης Αὐξεντίου, Στυλιανὸς Λένας, Κυριάκος Μάτσης.
Σὲ τέσσερις τάφους τοῦ κοιμητηρίου τῶν Κεντρικῶν Φυλακῶν οἱ Ἄγγλοι ἔθαψαν ὀκτὼ νεκρούς, γιὰ ἐξοικονόμηση χώρου. Στὸν ἴδιο τάφο βρίσκονται ἀνὰ δύο οἱ: Ἀνδρέας Δημητρίου καὶ Στυλιανὸς Λένας, Ἀνδρέας Ζάκος καὶ Κυριάκος Μάτσης, Ἀνδρέας Παναγίδης καὶ Μιχαὴλ Κουτσόφτας, Γρηγόρης Αὐξεντίου καὶ Εὐαγόρας Παλληκαρίδης.
Μὲ τὸ τέλος τοῦ ἀγώνα τὰ Φυλακισμένα Μνήματα ἔγιναν τόπος ἱεροῦ προσκυνήματος, μνημεῖο ἡρωισμοῦ καὶ ἀντίστασης κατὰ τῶν δυνάμεων τῆς βίας καὶ τῆς τρομοκρατίας, ναὸς ἱερὸς τῆς ἐλευθερίας, θεμελιωμένος στὰ κόκαλα τῶν ἀθάνατων παλικαριῶν τῆς ΕΟΚΑ. Τὴν ἀθανασία τοὺς δηλώνει ἐπιγραφὴ στὸν τοῖχο τοῦ βάθους τοῦ κοιμητηρίου: «Τ᾿ ἀντρειωμένου ὁ θάνατος, θάνατος δὲ λογιέται».
Μιχαλάκης Καραολῆς.
Γεννήθηκε στὸ Παλαιχώρι τῆς ἐπαρχίας Λευκωσίας στὶς 13.2.1933. Ἀπαγχονίστηκε στὶς 10.5.1956.
«Ἐμένα δὲν πρέπει νὰ μὲ λυπᾶστε... ἐφ᾿ ὅσον ἐγὼ δὲν βρίσκω λόγον γιὰ νὰ κλαίω τὸν ἑαυτόν μου, οὔτε καὶ οἱ δικοί μου δὲν πρέπει νὰ μὲ κλαῖν».
Ἀνδρέας Δημητρίου.
Γεννήθηκε στὸν Ἅγιο Μάμα τῆς ἐπαρχίας Λεμεσοῦ στὶς 18.9.1934. Ἀπαγχονίστηκε στὶς 10.5.1956.
«Λυποῦμαι ποὺ δὲ θὰ δῶ τὴν Κύπρο μᾶς ἐλεύθερη. Ὅμως δὲ μὲ φοβίζει ὁ θάνατος, γιατὶ ἡ ζωὴ εἶναι περιττὴ μέσα στὴ σκλαβιά».
Ἰάκωβος Πατάτσος
Γεννήθηκε στὴ Λευκωσία τὴν 1.7.1934.
Ἀπαγχονίστηκε στὶς 9.8.1956.
«Ἀγαπημένη μου μητέρα, χαῖρε. Εὑρίσκομαι μεταξὺ τῶν ἀγγέλων. Τώρα ἀπολαμβάνω τοὺς κόπους μου. Τὸ πνεῦμα μου φτερουγίζει γύρω ἀπὸ τὸ θρόνο τοῦ Κυρίου. Θέλω νὰ χαίρεις ὅπως κι ἐγώ».
Ἀνδρέας Ζάκος.
Γεννήθηκε στὴ Λινοῦ της ἐπαρχίας Λευκωσίας στὶς 12.11.1931.
Ἀπαγχονίστηκε στὶς 9.8.1956.
«Ἡ ὥρα τοῦ θανάτου πλησιάζει μὰ στὴν ψυχή μας φωλιάζει ἡ ἠρεμία. Αὐτὴ τὴ στιγμὴ ἀκοῦμε τὴν ἡρωικὴ Συμφωνία τοῦ Μπετόβεν».
Χαρίλαος Μιχαήλ.
Γεννήθηκε στὴ Γαληνὴ τῆς ἐπαρχίας Λευκωσίας στὶς 9.2.1935.
Ἀπαγχονίσθηκε στὶς 9.8.1956.
«Ἐπειδὴ γνωρίζω γιὰ ποιὸ σκοπὸ θὰ ἐκτελεστῶ, αἰσθάνομαι τὸν ἑαυτό μου ἰσχυρὸ καὶ γαλήνιο καὶ εἶμαι ἕτοιμος νὰ τὰ ἀντιμετωπίσω ὅλα μὲ ἀφάνταστη ψυχραιμία».
Στέλιος Μαυρομμάτης.
Γεννήθηκε στὸ Λάρνακα τῆς Λαπήθου τῆς ἐπαρχίας Κερύνειας στὶς 15.11.1932. Ἀπαγχονίστηκε στὶς 21.9.1956.
«Θέλω νὰ ξέρετε πὼς ὁ γιὸς καὶ ἀδελφός σας πέθανε μὲ τὸ χαμόγελο στὰ χείλη, γιατὶ κράτησε μέχρι τέλους τὸν ἱερὸ ὅρκο ποὺ ἔδωσε νὰ θυσιαστεῖ χάριν τῆς ἐλευθερίας τῆς Κύπρου».
Μιχαὴλ Κουτσόφτας.
Γεννήθηκε στὸ Παλαιομέτοχο τῆς ἐπαρχίας Λευκωσίας στὶς 12.11.1934.
Ἀπαγχονίστηκε στὶς 21.9.1956.
«Οἱ μόνες λέξεις ποὺ μποροῦν νὰ ἀκούσουν ἀπ᾿ τὰ χείλη μᾶς οἱ δυνάστες εἶναι αὐτές: Ἐλευθερία ἢ Θάνατος. Αὐτὲς τὶς λέξεις τὶς μάθαν καὶ αὐτοὶ οἱ τοῖχοι τῶν φυλακῶν».
Ἀνδρέας Παναγίδης.
Γεννήθηκε στὸ Παλαιομέτοχό της ἐπαρχίας Λευκωσίας στὶς 14.11.1934. Ἀπαγχονίσθηκε στὶς 21.9.1956.
«Λατρευτά μοῦ παιδιά, στὰ 22 μου χρόνια πεθαίνω γιὰ χάρη μιᾶς μεγάλης ἰδέας. Κάποτε ἡ μάνα σας καὶ ὁ θεῖος σας θὰ σᾶς ἀναπτύξουν γιατὶ ἐκτελέστηκα. Σᾶς εὔχομαι, ἀγαπητά μου παιδιά, νὰ γίνετε καλοὶ χριστιανοὶ καὶ καλοὶ Ἕλληνες Κύπριοι. Ἀκολουθῆστε πάντα τὸ δρόμο τῆς ἀρετῆς».
Εὐαγόρας Παλληκαρίδης.
Γεννήθηκε στὴ Τσάδα τῆς ἐπαρχίας Πάφου στὶς 26.2.1938.
Ἀπαγχονίσθηκε στὶς 14.3.1957.
«Θὰ πάρω μιὰν ἀνηφοριά, θὰ πάρω μονοπάτια, νὰ βρῶ τὰ σκαλοπάτια, ποὺ πᾶν στὴ λευτεριά».
Μάρκος Δρᾶκος.
Γεννήθηκε στὴ Λευκωσία στὶς 24.9.1932.
Ἔπεσε σὲ ἐνέδρα τῶν Ἄγγλων στὸ Σινάορος κοντὰ στὴν Εὐρύχου στὶς 18.1.1957.
«Ὁ Θεὸς καὶ ἡ Πατρίδα μὲ καλοῦν, πατέρα. Ζητῶ τὴν εὐχή σου».
Γρηγόρης Αὐξεντίου.
Γεννήθηκε στὴ Λύση τῆς ἐπαρχίας Ἀμμοχώστου στὶς 22.2.1928. Ἔγινε ὁλοκαύτωμα στὸ κρησφύγετό του, κοντὰ στὴ Μονὴ Μαχαιρᾶ, μετὰ ἀπὸ πολύωρη μάχη μὲ τοὺς Ἄγγλους στὶς 3.3.1957.
«Στὴν ἐσχάτην ἀνάγκην θὰ ἀγωνιστῶ καὶ θὰ πεθάνω σὰν Ἕλληνας, ἀλλὰ ζωντανὸν δὲν θὰ μὲ πιάσουν».
Στυλιανὸς Λένας.
Γεννήθηκε στὰ Χανδριὰ τῆς ἐπαρχίας Λεμεσοῦ τὸ 1932. Πέθανε στὸ στρατιωτικὸ νοσοκομεῖο Ἀκρωτηρίου στὶς 28.3.1957, μετὰ ἀπὸ τραυματισμό του σὲ μάχη ἀνάμεσα στὸ Πελέντρι καὶ τὴν Ποταμίτισσα στὶς 17.2.1957.
«Ἐγὼ δὲ θὰ ζήσω. Θὰ σκοτωθῶ γιὰ τὴν ἐλευθερία τῆς Κύπρου».
Κυριάκος Μάτσης.
Γεννήθηκε στὸ Παλαιχώρι τῆς ἐπαρχίας Λευκωσίας στὶς 23.1.1926. Ἔπεσε μαχόμενος στὸ κρησφύγετό του στὸ Δίκωμο στὶς 19.11.1958.
«Οὐ περὶ χρημάτων τὸν ἀγώνα ποιούμεθα, ἀλλὰ περὶ ἀρετῆς».
Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2013
Poliahu-η πανέμορφη θεότητα του χιονιού
Στη μυθολογία της Χαβάης υπάρχουν τέσσερις θεότητες του χιονιού. Μία από αυτές ονομάζεται Poliahu. Η κατοικία της ήταν το ηφαίστειο Μάουνα Κέα, το οποίο εάν μετρηθεί από τον πυθμένα του ωκεανού είναι το ψηλότερο βουνό του κόσμου.
Σύμφωνα με το θρύλο που υπάρχει, η Poliahu συνάντησε τον Aiwohikupua στην ανατολική πλευρά του ηφαιστείου. Ερωτεύτηκαν και ο Aiwohikupua πήρε την Poliahu στην πατρίδα του. Εκεί η Poliahu ανακάλυψε ότι ο αγαπημένος της ήταν ήδη αρραβωνιασμένος με την πριγκίπισσα του Μάουι. Απογοητευμένη, καταράστηκε την αντίζηλό της να παγώσει μέχρι το κόκαλο και μετά ο πάγος να γίνει καυτή φωτιά. Η πριγκίπισσα του Μάουι εγκατάλειψε τον Aiwohikupua, ο οποίος δεν γλύτωσε κι αυτός από την δύναμη της Poliahu. Τον καταράστηκε να παγώσει μέχρι θανάτου.
![]() |
| Annette Winkler |
Σύμφωνα με το θρύλο που υπάρχει, η Poliahu συνάντησε τον Aiwohikupua στην ανατολική πλευρά του ηφαιστείου. Ερωτεύτηκαν και ο Aiwohikupua πήρε την Poliahu στην πατρίδα του. Εκεί η Poliahu ανακάλυψε ότι ο αγαπημένος της ήταν ήδη αρραβωνιασμένος με την πριγκίπισσα του Μάουι. Απογοητευμένη, καταράστηκε την αντίζηλό της να παγώσει μέχρι το κόκαλο και μετά ο πάγος να γίνει καυτή φωτιά. Η πριγκίπισσα του Μάουι εγκατάλειψε τον Aiwohikupua, ο οποίος δεν γλύτωσε κι αυτός από την δύναμη της Poliahu. Τον καταράστηκε να παγώσει μέχρι θανάτου.
Υπάρχει και δεύτερος θρύλος που συνδέεται με την Poliahu. Έχει ως εξής: Σε έναν αγώνα με έλκηθρα, ένας όμορφος άντρας προκάλεσε την Poliahu. Δύο φορές τον νίκησε, όμως την τρίτη ο ξένος άντρας προσπάθησε να εμποδίσει την Poliahu, για να μην νικήσει ξανά. Έριξε καυτή λάβα μπροστά της και αποκαλύφθηκε-ήταν ο θεός της φωτιάς και του ηφαιστείου, ο Pele.
Η Poliahu έτρεξε προς την κορυφή του βουνού, παραπαίοντας. Όταν ανέκτησε την ψυχραιμία και τη δύναμή της, έριξε χιόνι πάνω στη λάβα και την πάγωσε, περιορίζοντάς την στο νότιο άκρο του νησιού. Λέγεται ότι από εκείνη την ημέρα ο Pele είναι ο κυρίαρχος των ηφαιστείων Kīlauea and Mauna Loa, αλλά η βόρεια πλευρά του νησιού ανήκει στην Poliahu.
Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2013
Αυτός, ίσως, είναι ο μόνος ανθρώπινος δρόμος της λύτρωσης
Νίκου Καζαντζάκη: Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά.
Στο παρακάτω απόσπασμα: Η μαντάμ Ορτάνς -που είναι ένα από τα κύρια πρόσωπα του μυθιστορήματος επειδή ήταν συνδεδεμένη με τον Ζορμπά- έχει πεθάνει και ο συγγραφέας με τον Ζορμπά επιστρέφουν από την κηδεία της.)
Προχωρούσαμε αμίλητοι μέσα από τα στενά δρομάκια του χωριού. Τα σπίτια μαυρολογούσαν ολοσκότεινα, κάπου ένα σκυλί γάβγιζε, κάποιο βόδι αναστέναζε. Κάποτε μας έρχουνταν στο φύσημα του αγέρα εύθυμα, αναβρυτά, σαν παιγνιδιάρικα νερά, τα κουδουνάκια της λύρας.
Βγήκαμε από το χωριό, πήραμε το δρόμο κατά το ακρογιάλι μας.
-Ζορμπά, είπα, για να κόψω τη βαριά σιωπή, τι αγέρας είναι ετούτος; Νοτιάς;
Μα ο Ζορμπάς πήγαινε μπροστά, κρατώντας σα φανάρι το κλουβί με το παπαγάλο και δεν αποκρίθηκε.
Όταν φτάσαμε στο ακρογιάλι μας, ο Ζορμπάς στράφηκε:
-Πεινάς, αφεντικό; ρώτησε.
-Όχι, δεν πεινώ, Ζορμπά.
-Νυστάζεις;
-Όχι.
-Μήτε εγώ. Ας καθίσουμε στα χοχλάδια, έχω κάτι να σε ρωτήσω.
Ήμασταν και οι δυο κουρασμένοι, μα δε θέλαμε να κοιμηθούμε. Δε θέλαμε να χάσουμε το φαρμάκι της μέρας ετούτης, ο ύπνος μας φαίνουνταν σα μια φυγή σε ώρα κιντύνου και ντρεπόμασταν να κοιμηθούμε.
Καθίσαμε στην άκρα της θάλασσας∙ έβαλε ο Ζορμπάς το κλουβί ανάμεσα στα γόνατά του και κάμποση ώρα σώπαινε. Ένας φοβερός αστερισμός ανέβηκε από το βουνό, πολυόματο τέρας με στρουφιχτήν ουρά, κάπου κάπου ένα αστέρι ξεκολλούσε κι έπεφτε.
Ο Ζορμπάς κοίταξε τ' αστέρια, με το στόμα ανοιχτό, σα να τά 'βλεπε για πρώτη φορά.
-Τι γίνεται εκεί απάνω! μουρμούρισε.
Και σε λίγο πήρε την απόφαση, μίλησε.
-Ξέρεις να μου πεις, αφεντικό, είπε κι η φωνή του ασκώθηκε επίσημη, συγκινημένη μέσα στη ζεστή νύχτα, ξέρεις να μου πεις τι πάει να πουν όλα αυτά; Ποιος τα έκαμε; Γιατί τα έκαμε; Και πάνω απ' όλα, ετούτο (η φωνή του Ζορμπά ήταν γεμάτη θυμό και τρόμο): Γιατί να πεθαίνουμε;
-Δεν ξέρω, Ζορμπά! αποκρίθηκα, και ντράπηκα σα να με ρωτούσαν το πιο απλό πράμα, το πιο απαραίτητο, και δεν μπορούσα να το εξηγήσω.
-Δεν ξέρεις! έκαμε ο Ζορμπάς και τα μάτια του γούρλωσαν.
Όμοια γούρλωσαν και μιαν άλλη νύχτα, όταν με ρώτησε αν χορεύω και του αποκρίθηκα πως δεν ξέρω χορό. Σώπασε λίγο, άξαφνα ξέσπασε:
-Τότε τι ναι αυτά τα παλιόχαρτα που διαβάζεις; Γιατί τα διαβάζεις; Άμα δεν λένε αυτό τι λένε;
-Λένε τη στενοχώρια του ανθρώπου που δεν μπορεί ν' απαντήσει σε αυτά που ρωτάς, Ζορμπά, αποκρίθηκα.
-Να τη βράσω τη στενοχώρια τους! έκαμε ο Ζορμπάς χτυπώντας με αγανάχτηση το πόδι του στις πέτρες.
Ο παπαγάλος στις ξαφνικές φωνές τινάχτηκε απάνω:
-Καναβάρο! Καναβάρο! έσκουζε σα να ζητούσε βοήθεια.
-Σκασμός και συ! έκαμε ο Ζορμπάς κι έδωκε μια γροθιά στο κλουβί. Στράφηκε πάλι σε μένα
-Εγώ θέλω να μου πεις από που ερχόμαστε και που πάμε. Του λόγου σου τόσα χρόνια μαράζωσες απάνω στις Σολομωνικές∙ θα ‘χεις στύψει δυο τρεις χιλιάδες οκάδες χαρτί∙ τι ζουμί έβγαλες;
Τόση αγωνία είχε η φωνή του Ζορμπά, που η πνοή μου κόπηκε, αχ, να μπορούσα να του ‘δινα μια απόκριση! Ένιωθα βαθιά πως το ανώτατο που μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος δεν είναι η Γνώση, μήτε η Αρετή, μήτε η Καλοσύνη, μήτε η Νίκη∙ μα κάτι άλλο πιο αψηλό, πιο ηρωικό κι απελπισμένο: Το Δέος, ο ιερός τρόμος. Τι ‘ναι πέρα από τον ιερό τρόμο; ο νους του ανθρώπου δεν μπορεί να προχωρέσει.
-Δεν απαντάς; έκαμε ο Ζορμπάς με αγωνία.
Δοκίμασα να δώσω στο σύντροφό μου να καταλάβει τι είναι ο ιερός τρόμος:
-Είμαστε σκουληκάκια μικρά μικρά, Ζορμπά, αποκρίθηκα, απάνω σ' ένα φυλλαράκι γιγάντιου δέντρου. Το φυλλαράκι αυτό είναι η γης μας∙ τ' άλλα φύλλα είναι τ' αστέρια που βλέπεις να κουνιούνται μέσα στη νύχτα. Σουρνόμαστε απάνω στο φυλλαράκι μας, και το ψαχουλεύουμε με λαχτάρα∙ τ' οσμιζόμαστε, μυρίζει, βρωμάει∙ το γευόμαστε, τρώγεται∙ το χτυπούμε, αντηχάει και φωνάζει σαν πράμα ζωντανό.
Μερικοί άνθρωποι, οι πιο ατρόμητοι, φτάνουν ως την άκρα του φύλλου∙ από την άκρα αυτή σκύβουμε, με τα μάτια ανοιχτά, τα αυτιά ανοιχτά, κάτω στο χάος. Ανατριχιάζουμε. Μαντεύουμε κάτω μας το φοβερό γκρεμό, ακούμε ανάρια ανάρια το θρο που κάνουν τα φύλλα του γιγάντιου δέντρου, νιώθουμε το χυμό ν’ ανεβαίνει από τις ρίζες του δέντρου και να φουσκώνει την καρδιά μας. Κι έτσι σκυμμένοι στην άβυσσο, νογούμε σύγκορμα, σύψυχα, να μας κυριεύει τρόμος.
Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει...
Σταμάτησα. Ήθελα να πω: «Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει η ποίηση», μα ο Ζορμπάς δε θα καταλάβαινε και σώπασα.
-Τι αρχίζει; ρώτησε ο Ζορμπάς με λαχτάρα. Γιατί σταμάτησες;
-...Αρχίζει ο μεγάλος κίντυνος, Ζορμπά, είπα. Άλλοι ζαλίζουνται και παραμιλούν, άλλοι φοβούνται και μοχτούν να βρουν μιαν απάντηση, που να τους στυλώνει την καρδιά και λένε: "Θεός"∙ άλλοι κοιτάζουν από την άκρα του φύλλου το γκρεμό ήσυχα, παλικαρίσια και λένε: «Μου αρέσει».
Ο Ζορμπάς συλλογίστηκε κάμποση ώρα∙ βασανίζουνταν να καταλάβει.
-Εγώ, είπε τέλος, κοιτάζω κάθε στιγμή το θάνατο∙ τον κοιτάζω και δεν φοβούμαι. Όμως και ποτέ, ποτέ δε λέω: Μου αρέσει. Όχι, δε μου αρέσει καθόλου! Δεν είμαι λεύτερος; Δεν υπογράφω!
Σώπασε, μα γρήγορα φώναξε πάλι:
-Όχι, δε θ' απλώσω εγώ στο Χάρο το λαιμό μου σαν αρνί και να του πω: «σφάξε με, αγά μου, ν' αγιάσω!»
Δε μιλούσα∙ στράφηκε, με κοίταξε ο Ζορμπάς θυμωμένος.
-Δεν είμαι λεύτερος; ξαναφώναξε.
Δε μιλούσα. Να λες «Ναι!» στην ανάγκη, να μετουσιώνεις το αναπόφευγο σε δικιά σου λεύτερη βούληση -αυτός, ίσως, είναι ο μόνος ανθρώπινος δρόμος της λύτρωσης. Το 'ξερα, και γι αυτό δε μιλούσα.
Ο Ζορμπάς είδε πως δεν είχα πια τίποτα να πω, πήρε το κλουβί σιγά σιγά, να μην ξυπνήσει ο παπαγάλος, το τοποθέτησε δίπλα από το κεφάλι του και ξάπλωσε.
-Καληνύχτα, αφεντικό, είπε∙ φτάνει.
Ζεστός νοτιάς φυσούσε πέρα από το Μισίρι και μέστωνε τα τζερτζεβατικά και τα φρούτα και τα στήθια της Κρήτης. Τον δέχουμουν να περιχύνεται στο μέτωπο, στα χείλια μου και στο λαιμό, κι έτριζε και μεγάλωνε, σα να ‘ταν πωρικό, το μυαλό μου.
Δεν μπορούσα να κοιμηθώ, δεν ήθελα. Δε συλλογίζουμουν τίποτα∙ ένιωθα μονάχα, στη ζεστή ετούτη νυχτιά, κάτι μέσα μου, να μεστώνει. Έβλεπα, ζούσα καθαρά το καταπληχτικό ετούτο θέαμα: ν' αλλάζω.
Ό,τι γίνεται πάντα στα πιο σκοτεινά υπόγεια του στήθους μας, γίνουνταν τώρα φανερά, ξέσκεπα, μπροστά μου. Κουκουβιστός στην άκρα της θάλασσας, παρακολουθούσα το θάμα.
Τ' αστέρια θάμπωσαν, ο ουρανός φωτίστηκε, κι απάνω στο φως χαράχτηκαν με ψιλό κοντύλι τα βουνά, τα δέντρα, οι γλάροι. Ξημέρωνε.
| Vincent van Gogh, 1853-1890 |
Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2013
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



















