Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2013

Κώστας Γεωργάκης

"Δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά από το να σκέφτομαι και να ενεργώ σαν ελεύθερο άτομο"
 Κώστας Γεωργάκης 
Ο Κώστας Γεωργάκης (1948 - 1970) ήταν φοιτητής που αυτοπυρπολήθηκε σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την δικτατορία στην Ελλάδα.
Γεννήθηκε στην Κέρκυρα, στις 23 Αυγούστου του 1948 και ήταν μέλος της νεολαίας της Ένωσης Κέντρου. Σπούδαζε γεωλογία στην Ιταλία, όταν το 1970 ανώνυμα σε συνέντευξή του αποκάλυψε ότι η Χούντα είχε διεισδύσει στις ελληνικές οργανώσεις της Ιταλίας. Φοβούμενος ότι η Χούντα αργά ή γρήγορα θα ανακάλυπτε την ταυτότητά του, αποφάσισε να προβεί σε μια πράξη διαμαρτυρίας κατά της Χούντας η οποία δεν θα έδινε τη δυνατότητα στο καθεστώς να προβεί σε αντίποινα προς την οικογένειά του, που ήταν στην Ελλάδα.
Το βράδυ της 18ης Σεπτεμβρίου 1970, ο Γεωργάκης έγραψε ένα γράμμα στον πατέρα του, όπου ανέφερε μεταξύ άλλων: «Ο γιος σου δεν είναι ήρωας, είναι ένας άνθρωπος σαν τους άλλους, ίσως μάλιστα να φοβάμαι και λίγο περισσότερο… Φίλα τη γη μας για μένα». 
Έτσι, στις 19 Σεπτεμβρίου 1970, τα ξημερώματα, στην πλατεία Ματεότι της Γένοβας, μπροστά από το δικαστικό μέγαρο, περιέλουσε εαυτόν με βενζίνη και αυτοπυρπολήθηκε, φωνάζοντας: "Το έκανα για χάρη της Ελλάδας, ζήτω η δημοκρατία, όλοι οι Ιταλοί ας αναφωνήσουν : Ζήτω η ελεύθερη Ελλάδα". 
Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο όπου και πέθανε μετά από λίγες ώρες. Η κηδεία του έγινε στη Γένοβα στις 23 Σεπτεμβρίου. Το περιστατικό αποσιωπήθηκε από τη δικτατορία, προκάλεσε όμως έντονη αίσθηση στη διεθνή κοινότητα. Η σορός του μεταφέρθηκε στην Κέρκυρα με καθυστέρηση τεσσάρων μηνών, λόγω εσκεμμένων κωλυσιεργιών της Χούντας, και ενταφιάστηκε στο Α΄ Νεκροταφείο.  
Σήμερα στο σημείο που αυτοπυρπολήθηκε υπάρχει αναμνηστική πλάκα με την επιγραφή στα Ιταλικά: « Al Giovane Greco Constantino Georgakis che à sacrificato i suoi 22 anni per la Libertà e la Democrazia del suo paese. Tutti gli Uomini Liberi rabbrividiscono davanti al suo Eroico Gesto. La Grecia Libera lo ricorderà per sempre», που μεταφράζεται: «Στον νεαρό Έλληνα Κωνσταντίνο Γεωργάκη που θυσίασε τα 22 χρόνια του για την Ελευθερία και τη Δημοκρατία της πατρίδας του. Όλοι οι ελεύθεροι άνθρωποι τρέμουν μπροστά στην ηρωική του χειρονομία. Η Ελεύθερη Ελλάδα θα τον θυμάται για πάντα».
 Στην γενέτειρά του Κέρκυρα υπάρχει πλατεία με το όνομά του και με τον ανδριάντα του. 
Ο Νικηφόρος Βρεττάκος αναφέρεται στην θυσία του σε ένα από τα ποιήματά του.
Νικηφόρος Βρεττάκος, Αυτοπυρπόληση 
Στον φοιτητή που αυτοπυρπολήθηκε στη Γένοβα το 1970 

Ντύθηκες γαμπρός 
φωταγωγήθηκες σαν έθνος. 
Έγινες ένα θέαμα ψυχής 
ξεδιπλωμένης στον ορίζοντα. 

Είσαι η φωτεινή περίληψη του δράματος μας, 
τα χέρια μας προς την Ανατολή
 και τα χέρια μας προς τη Δύση. 

Είσαι στην ίδια λαμπάδα 
τη μια τ’ αναστάσιμο φως 
κι ο επιτάφιος θρήνος μας. 

Συλλογή: “Η θέα του κόσμου” 
Πηγές 1  2  3

Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου

«Θα σου δώσω μια να σπάσεις
 αχ βρε κόσμε γυάλινε
 και θα φτιάξω μια καινούργια
 κοινωνία άλληνε...». 

«Σαν τον αϊτό είχα φτερά και πέταγα πολύ ψηλά
 μα ένα χέρι λατρεμένο, ένα χέρι λατρευτό
 μου τα κόβει τα φτερά μου, για να μην ψηλά πετώ
 Είμ' αϊτός χωρίς φτερά χωρίς αγάπη και χαρά...».

 «Δυο πόρτες έχει η ζωή
 άνοιξα μια και μπήκα
 σεργιάνισα ένα πρωινό
 κι ώσπου να 'ρθεί το δειλινό
 από την άλλη βγήκα...»


Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου (1893- 7 Ιανουαρίου 1972) υπήρξε μια από τις σημαντικότερες στιχουργούς του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού. Γεννήθηκε στο Αιδίνι της Μικράς Ασίας, αναγκάστηκε όμως να έλθει στην Ελλάδα μετά την μικρασιατική καταστροφή.
Ζώντας μια έντονη και περιπετειώδη ζωή, στην Ελλάδα αρχικά σταδιοδρόμησε ως ηθοποιός, δασκάλα και ποιήτρια, ενώ αργότερα αναδείχθηκε σε σπουδαία λαϊκή στιχουργό. Ξεκίνησε να γράφει στίχους το 1948 εξαναγκαζόμενη από το προσωπικό της πάθος (χαρτοπαιξία), τροφοδοτώντας με αυτό τον τρόπο, έναντι ευτελούς οικονομικής αμοιβής, όλους τους επώνυμους συνθέτες της εποχής της με αριστουργηματικά τραγούδια.
Η ζωή της πολυτάραχη, γεμάτη με εντάσεις, βάσανα, πάθη, καημούς, λύπες, χαρές. Η ίδια ήταν πεισματάρα, ιδιότροπη, αθυρόστομή, πονηρή, καπάτσα, παθιασμένη, παρορμητική.
Πάμπολλα τραγούδια της έγιναν επιτυχίες. Στίχους της συναντάμε σε μια πλειάδα λαϊκών επιτυχιών:
Πήρα τη στράτα κι έρχομαι, Αντιλαλούνε τα βουνά, σε μουσική Τσιτσάνη,
Ηλιοβασιλέματα, Περασμένες μου αγάπες, σε μουσική Χιώτη,
Δυο πόρτες έχει η ζωή, Φεύγω με πίκρα στα ξένα, που τραγούδησε ο Καζαντζίδης,
Θα βρω μουρμούρη μπαγλαμά, Όνειρο απατηλό, σε μουσική Καλδάρα,
Συρματοπλέγματα βαριά, σε μουσική Μπακάλη,
Είμαι αϊτός χωρίς φτερά σε μουσική Χατζιδάκη,
Πετραδάκι-πετραδάκι, Του ντερβίση το πιοτό και Τι να σου κάνει μια καρδιά, σε μουσική που έγραψε ο Αντώνης Κατινάρης και άλλα πολλά.
Το πρώτο της τραγούδι που μελοποιήθηκε από τον Τσιτσάνη είναι το "Για μια γυναίκα χάθηκα", που γραμμοφωνήθηκε στις 15 Μαρτίου 1951, ενώ με παραγγελία του είχε γράψει τους στίχους για το γνωστό σε όλους πλέον τραγούδι "Τα καβουράκια"  του οποίου την τελική διαμόρφωση των στίχων, όπως τους γνωρίζουμε σήμερα, είχε ο Τσιτσάνης.

Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου ήταν μια από τις σπουδαιότερες στιχουργούς, η οποία χάρη στο τρομακτικό ταλέντο της τροφοδότησε το ελληνικό λαϊκό τραγούδι με μεγάλο αριθμό εξαίρετων δημιουργιών, μερικές από τις οποίες θα παραμείνουν για πάντα άγνωστες, καθώς μόνο ένα μικρό μέρος αυτών που έγραψε είναι καταχωρημένο στο όνομά της. Η ίδια δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ για την αναγνώριση του έργου της και για την είσπραξη δικαιωμάτων, με αποτέλεσμα, παρά την επιτυχία των τραγουδιών της, να πεθάνει φτωχή. 
Πουλούσε τα τραγούδια της για ελάχιστα χρήματα-σχεδόν τους χάριζε. Δεν την ενδιέφερε να κάνει καριέρα, ούτε η υστεροφημία της. Μόνο 160 τραγούδια υπάρχουν στο όνομά της. Πόσα όμως από τα τραγούδια που κυκλοφορούν είναι δικά της; Δύσκολο να απαντηθεί. Ειναι όμως κοινό μυστικό ότι πολλά είναι δικά της.
Λίγοι είναι αυτοί που της έδωσαν τα δικαιώματά της από τους στίχους της - φωτεινές εξαιρέσεις ο Απόστολος Καλδάρας και ο Μάνος Χατζιδάκις, που πάντα της έδιναν τα δικαιώματά της.
Να αναφέρουμε χαρακτηριστικά ότι το «Δυο πόρτες έχει η ζωή», σε μουσική κι ερμηνεία Στέλιου Καζαντζίδη, το πούλησε έναντι 250 δραχμών. Ο λαϊκός βάρδος είχε παραδεχτεί αργότερα δημοσίως ότι οι στίχοι του τραγουδιού ανήκαν στην Ε. Παπαγιαννοπούλου. Δε συνέβη, όμως, το ίδιο με άλλους δημιουργούς. Όταν η στιχουργός σε συνεντεύξεις της διεκδίκησε την πατρότητα των στίχων για τα «Καβουράκια», ο Βασίλης Τσιτσάνης βγήκε να τη διαψεύσει, αναφέροντας ότι ύστερα από παραγγελία του, του είχε πάει απλώς ένα προσχέδιο, το οποίο ο συνθέτης το άλλαξε... Πάντως, η ίδια δεν πρόλαβε να δει το όνομά της τυπωμένο δίπλα από τον τίτλο των τραγουδιών της...
Αγαπούσε τα δημοτικά τραγούδια και τη δημοτική παράδοση. Είχε αδυναμία στην ποίηση, στον Καββαδία, αλλά και στον Κρυστάλλη και στον Βάρναλη. Είχε διαβάσει πολύ ποίηση και αγαπούσε το διάβασμα και τη λογοτεχνία, για αυτό κι ο δικός της λόγος ήταν τόσο μεστός.
Η εγγονή της η Ρέα Μανέλη έχει πει για την γιαγιά της ότι έγραφε από πάντα. Σε συνέντευξή της στο περιοδικό "Μελωδία" (Ιούνιος 2000) έλεγε χαρακτηριστικά: "...έγραφε πάντα, αλλά δεν έδινε σημασία. Τα έγραφε και τα πέταγε, τα έσκιζε. Μπορούσε να έχει τελειώσει ένα στιχάκι και, επειδή δεν είχε σπίρτα, να του βάλει φωτιά στη σόμπα για να ανάψει το τσιγάρο της".
Ο Μάνος Ελευθερίου αναφέρει: "Είναι γνωστό ότι τα τραγούδια της τα πουλούσε για ελάχιστα χρήματα, όπως ο Χαράλαμπος Βασιλειάδης (Τσάντας). Το κακό είναι ότι πουλούσε τραγούδια και σε άθλιους στιχουργούς που είχαν μια οικονομική επιφάνεια και καμώνονταν τους σπουδαίους... Κατόρθωσε το τρελό: να συνδυάσει ερωτικό και κοινωνικό τραγούδι σε τρία τετράστιχα. Ισως αυτό ήταν και η αποθέωσή της και ίσως το μυστικό της επιτυχίας της, κάτι που πολύ αργότερα το «δανείστηκαν» αρκετοί".
Η Ε. Παπαγιαννοπούλου, η μοναδική μαστόρισσα που με τις «σταυροβελονιές» των στίχων της τραγουδήθηκε από χιλιάδες, ή καλύτερα εκατομμύρια κόσμου, η «γριά» που πουλούσε τα τραγούδια της για πενταροδεκάρες, υπήρξε μια πολυδιάστατη, μοναδική προσωπικότητα. Πρωτοπόρα για την εποχή της, έζησε τη ζωή με πάθος, έγραψε με πάθος, προσφέροντας στο λαϊκό μας πολιτισμό στίχους μοναδικούς, αθάνατους.
"Εγώ γράφω τραγούδια και τα πουλώ. Από κει και πέρα δεν ανακατεύομαι αν θα πιάσουν ή όχι, αν θα βγουν ή δε θα βγουν σε δίσκους. Μόλις τα παραδώσω, υπογράφω και μια δήλωση παραιτήσεως από διάφορα δικαιώματα, ας πούμε απαρνούμαι τα πνευματικά μου τέκνα...", δήλωνε σε συνέντευξή της ( εφημερίδα Ακρόπολις ) το 1960.

«Κάθησε. Μπορεί να είναι η τελευταία μου συνέντευξη και θέλω να τα πω όλα. Ξέρεις με τόσα σουξέ γιατί δεν αξιοποιήθηκα οικονομικώς; Γιατί μετά το θάνατο της κόρης μου το 1960, για να ξεχάσω στράφηκα στα χαρτιά. Ήταν η καταστροφή μου. Ξενύχτια, εμπνεύσεις, μόχθος, χάθηκαν πάνω στην πράσινη τσόχα. Όλα έγιναν καπνός.»  
Συνέντευξη στον Δημήτρη Λυμπερόπουλο.                                                                                                                        
Πηγές 1 2 3 4 5

 

Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013

Φεύγω

"Πιτσιρικάς, για να βγάζω ένα χαρτζιλίκι, είχα ένα κόκκινο μάλλινο πανί στην τσέπη του μπλουτζίν μου και τριγυρνούσα στους πάγκους των εμπόρων γυαλίζοντας τα φρούτα τους για να 'χουν ωραία μόστρα. Μάλλον από κει 'μου έμεινε η συνήθεια με την μπαντάνα κι απ' το γεγονός ότι η μητέρα μου δεν μ' άφηνε ποτέ να φύγω απ' το σπίτι χωρίς μαντίλι".

"Ο ήχος που κυριαρχεί (σήμερα) είναι πολύ ελαφρύς. Αυτή η επανάληψη των ρεφρέν, αυτή η πιπίλα, είναι τόσο απονευρωτικά για το λαϊκό τραγούδι. Ενα κατασκεύασμα για να καταναλωθεί σε συγκεκριμένους χώρους".

"Τώρα ο λυγμός και το τραγουδιστικό μου ιδίωμα, προέρχεται μόνον από το στενό μου οικογενειακό κύκλο, γιατί δεν είχα πρότυπα τραγουδίσματος, παρά τη μάνα μου, τον πατέρα μου, το νονό μου και στις οικογενειακές συνάξεις, ονομαστικές γιορτές κλπ. τους άκουγα να τραγουδούν, έβλεπα τι μαγικό συνέβαινε σε όσους τους άκουγαν και νομίζω πως υποσυνείδητα βάλθηκα να το διαιωνίσω κι' εγώ αυτό και άρχισα να τραγουδάω με ότι φωνή διέθετα και με ότι εφόδια πήρα από αυτόν τον πολύ στενό οικογενειακό κύκλο".

"Να σου πω ...; ...; ...;να σου πω ...; ...;. Εγώ στις συναναστροφές μου, έχω πάρει ένα μπουζούκι, παίζουμε με τα φιλαράκια μου και ανακαλύπτω μια ομορφιά στην παραδοσιακή μουσική που μου ήταν άγνωστη. Ήταν σαν να είχα ανοίξει το σεντούκι της γιαγιάς και έβγαζες από μέσα πράγματα κι' έβγαζες κι' έβγαζες και τελειωμό δεν είχανε. Και βάλθηκα να το σπουδάσω αυτό το πράμα με μια ήδη δοσμένη γλώσσα, γιατί μου ήταν δοσμένη αυτή η γλώσσα. Ήτανε κτήμα μου. Ήτανε η μητρική μου γλώσσα. Προσπάθησα να εκφραστώ με την δοσμένη αυτή γλώσσα". 

"Εγώ στο τραγούδισμά μου, έχω χίλια δυο πράματα. Δεν είμαι ούτε δημοτικός τραγουδιστής, ούτε λαϊκός, ούτε ροκ. Τίποτα δεν είμαι. Αλλά έχω λίγο απ' όλα, τα οποία τα έχω χωνέψει σαν εκφραστικά εργαλεία και αυτό αποτελεί το δικό μου τραγουδιστικό ιδίωμα".


"Ε η γνώμη μου ...; ...;η τηλεόραση ως θέατρο σκιών που είναι, έχει ανάγκη από καραγκιόζηδες και βρήκε έναν τρόπο να τους αναπαράγει".
 

Ο καιόμενος

Κοιτάχτε! μπήκε στη φωτιά! είπε ένας από το πλήθος.
Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα. 
Ήταν στ' αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο, 
όταν του μιλήσαμε. 
Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια.

Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. 
Να τον αγγίξω με το χέρι μου.
Είμαι από τη φύση μου φτιαγμένος να παραξενεύομαι.

Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος;
Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;

Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. 
Φοβάμαι.
Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις, μου είπαν.

Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος.
Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο.

Γινόταν ήλιος.

Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές
άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε.

Ο ποιητής μοιράζεται στα δυο.

Τάκης Σινόπουλος (1917-1981)

Βάλετε φόρους, βάλετε

Βάλετε φόρους, βάλετε εις την πτωχήν μας ράχη,
ποτίστε με το αίμα μας την άρρωστη πατρίδα
σεις το κρασί και τον καπνό που πίνετε μονάχοι
κι εμείς να σας κοιτάζομε με μάτι σαν γαρίδα
Βαριά φορολογήσετε και το νερό που τρέχει
βάλετε φόρους, βάλετε, η πλάτη μας αντέχει.
*****
Ο,τι καλό κι αν έχουμε επάνω σας ας μείνει
στα πρόσωπά μας ας χυθεί του μαρασμού το χρώμα
μ' εμάς το ισοζύγιο του έθνους μας ας γίνει
φορολογήστε και αυτή τη σάρκα μας ακόμα
του σώματός μας κόβετε καμιά παχιά λωρίδα
και τρώγετέ την λαίμαργα μαζί με την πατρίδα.
*****
Ο,τι κι αν τρώγουν οι πτωχοί το έθνος ας τα τρώγει
ό,τι κι αν πίνουν οι πτωχοί το έθνος ας τα πίνει
χορταίνετε σαν Λούκουλοι μ' εμάς το σκυλολόγι
κι εμείς θα σας γνωρίζουμε γι' αυτό ευγνωμοσύνη.
Τέτοιοι χωριάτες που 'μαστε αντέχουμε εις όλα
και ούτε τόσον εύκολα τινάζουμε τα κώλα.
*****
Πρέπει να είναι οι πολλοί πτωχοί και πεινασμένοι
και οι ολίγοι πάντοτε να βρίσκονται χορτάτοι
Πρέπει να στέκουν οι πολλοί στα σπίτια των κλεισμένοι
και οι ολίγοι να πηδούν επάνω στο παλάτι
Πρέπει ο κόσμος ο πολύς να δέχεται τα βάρη
κι ο λιγοστός επάνω του κανένα να μην πάρει.
*****
Μ' αυτόν τον νόμον έζησε ο κόσμος και θα ζήσει
τη δύναμή του προσκυνά η κάθε κοινωνία
Δεν ημπορεί καθένας μας βεβαίως να πλουτίσει
γιατί του κόσμου έπειτα χαλά η αρμονία
Φτώχεια και πλούτος - ζήτημα του καθενός αιώνος:
Ιδού το τέλος κι η αρχή του φοβερού αγώνος
*****
Λοιπόν κανένας πρόστυχος κεφάλι μη σηκώσει
για τόσα νομοσχέδια μη βγάλει τσιμουδιά
Εις της πατρίδας τον βωμόν το αίμα του ας δώσει
χωρίς ν' αφήσει στεναγμόν η μαύρη του καρδιά
Κι αν τώρα πάλι έπεσεν επάνω του ο κλήρος
Πρέπει και πάλι να φανεί γενναίος - μάρτυς - ήρως».
(Γ. Σουρής, 1883)