Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2015
Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2014
Η Ανακωχή των Χριστουγέννων - μια μοναδική μέρα Χριστουγέννων
Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, επίσης γνωστός ως ο Μεγάλος Πόλεμος, όπως λεγόταν πριν το ξέσπασμα του Δεύτερου Πολέμου, ήταν μια γενικευμένη σύγκρουση των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων που διήρκεσε από τον Αύγουστο του 1914 ως τις 11 Νοεμβρίου 1918. Τα θύματα του πολέμου ανήλθαν σε 9 εκατομμύρια στρατευμένους και σε άλλους τόσους αμάχους ξεπερνώντας συνολικά τα 18,5 εκατομμύρια ψυχών.
Σε όλη αυτή τη βία και την καταστροφή υπήρξαν γεγονότα που έδειξαν ότι ο άνθρωπος είναι ικανός για πράξεις αδελφοσύνης και αλληλεγγύης. Στις γιορτινές μέρες των Χριστουγέννων του 1914, εκατό χρόνια πριν, έγινε η Ανακωχή των Χριστουγέννων. Πρόκειται μια σειρά από εκτεταμένες ανεπίσημες εκεχειρίες που έλαβαν χώρα στο Δυτικό Μέτωπο (Λουξεμβούργο-Βέλγιο).
Στα χαρακώματα του Βελγίου, από όπου ξεκίνησε η ανταρσία της ανακωχής, οι Γερμανοί πρώτοι άναψαν κεριά και στόλισαν δέντρα, όπως ήταν το έθιμό τους και ξεκίνησαν να τραγουδούν κάλαντα. Οι Γάλλοι και οι Άγγλοι τραγούδησαν και αυτοί τα δικά τους κάλαντα. Ένας αξιωματικός των Γερμανών βγήκε και πρότεινε να μην πέσουν άλλοι πυροβολισμοί. Ευχήθηκε στα αγγλικά καλά Χριστούγεννα. Του αντευχήθηκαν και ξαφνικά άρχισαν όλοι να εύχονται, ακόμη και αν δεν καταλάβαιναν τη γλώσσα. Αντάλλαξαν μικρά δώρα, όπως τρόφιμα, καπνό και αλκοόλ, καθώς και αναμνηστικά όπως κουμπιά και καπέλα.
Την παραμονή και ανήμερα των Χριστουγέννων πολλοί στρατιώτες και από τις δυο πλευρές — καθώς και, σε μικρότερο βαθμό, Γαλλικές μονάδες — επιχείρησαν με δική τους πρωτοβουλία στην ουδέτερη ζώνη κάνοντας παρέα μεταξύ τους και ανταλλάσσοντας τρόφιμα και ενθύμια. Παράλληλα έγιναν κοινές κηδείες, ενώ σε πολλές από τις συναντήσεις οι αντίπαλοι στρατιώτες τραγούδησαν μαζί τα κάλαντα ή έπαιξαν μεταξύ τους ποδόσφαιρο.
Ο Βρετανός σκιτσογράφος Bruce Bairnsfather, ο οποίος υπηρέτησε τη διάρκεια του πολέμου, έγραψε: "Δεν θα έχανα αυτή τη μοναδική και παράξενη μέρα των Χριστουγέννων για τίποτα". Ο μετέπειτα συγγραφέας Henry Williamson έγραφε γράμμα στη μητέρα του περιγράφοντας πως Βρετανοί και Γερμανοί στρατιώτες έδωσαν τα χέρια μέσα στα χαρακώματα, ανταλλάσσοντας δώρα, την ημέρα των Χριστουγέννων.
Περίπου 100.000 Βρετανοί και Γερμανοί στρατιώτες συμμετείχαν σε αυτή την ανεπίσημη παύση των εχθροπραξιών κατά μήκος του δυτικού μετώπου, τα Χριστούγεννα του 1914. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ο Αδόλφος Χίτλερ, που τότε υπηρετούσε ως δεκανέας, ήταν αντίπαλος της εκεχειρίας.
Ένας σταυρός τιμά τον τόπο της Ανακωχής των Χριστουγέννων. Γράφει:
"1914 Η ανακωχή των φιλαράκων με το χακί — 1999 — 85 χρόνια — για να θυμόμαστε"
Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2014
Το Γελαστό Παιδί - η ιστορία ενός τραγουδιού
«Ήταν πρωί του Αυγούστου, κοντά στην ροδαυγή
βγήκα να πάρω αέρα, στην ποτισμένη γη.
Βλέπω μία κόρη κλαίει, σπαρακτικά θρηνεί
Σπάσε καρδιά μου εχάθη, το γελαστό παιδί».
Γνωστοί στίχοι από το τραγούδι του Μίκη Θεοδωράκη με τίτλο "Το Γελαστό παιδί". Ποιο ήταν άραγε το γελαστό παιδί για το οποίο γράφτηκε το τραγούδι αυτό;;
Το μελοποιημένο από τον Μίκη Θεοδωράκη ποίημα του Ιρλανδού θεατρικού συγγραφέα Μπρένταν Μπέαν (Brendan Behan 1923-1964), μεταφρασμένο από τον Βασίλη Ρώτα, είναι αφιερωμένο στον Ιρλανδό επαναστάτη Μάικλ Κόλινς.
O Μάικλ Κόλινς ήταν σημαντικός ηγέτης του ιρλανδικού απελευθερωτικού κινήματος, κατά των Βρετανών, που δυνάστευαν το νησί επί 700 χρόνια. Γεννήθηκε στις 16 Οκτωβρίου του 1890, στην κομητεία του Κορκ. Κατά τη διάρκεια της διαμονής του στο Λονδίνο, όταν ήταν 20 ετών, θα γίνει μέλος της «Ιρλανδικής Ρεπουμπλικανικής Αδελφότητας» (IRB), μιας μυστικής οργάνωσης που σκοπό είχε την απελευθέρωση της Ιρλανδίας. Είναι «ο άνθρωπος που δημιούργησε την Ιρλανδία», αφού τον Ιούλιο του 1921, η Αγγλία αναγκάζεται χάρη στον Κόλινς να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και να υπογράψει συνθήκη ειρήνης. Οι Άγγλοι όμως, κράτησαν ένα μικρό μέρος (το 1/6) της χώρας -και το πιο πλούσιο- στα βόρεια, και αυτός είναι ο λόγος του συνεχιζόμενου αγώνα των Ιρλανδών.
"Είχεν αντρεία και θάρρος και αιώνια θα θρηνώ
το πηδηχτό του βήμα το γέλιο το γλυκό
ανάθεμα την ώρα κατάρα τη στιγμή
σκοτώσαν οι εχθροί μας το γελαστό παιδί"
Ο Κόλινς πυροβολήθηκε και σκοτώθηκε σε ενέδρα τον Αύγουστο του 1922 κατά τη διάρκεια του Ιρλανδικού Εμφυλίου Πολέμου-πόλεμος στον οποίο ο Κόλλινς έστρεψε όλες τις προσπάθειες του για να μην χυθεί αδελφικό αίμα. Πήγε από σφαίρα δικού του συμπατριώτη, Ιρλανδού και όχι από «βόλι Εγγλέζου».
"Μον’ να `ταν σκοτωμένο στου αρχηγού το πλάι
και μόνον από βόλι Εγγλέζου να `χε πάει
κι από απεργία πείνας μέσα στη φυλακή
θα `ταν τιμή μου που `χασα το γελαστό παιδί"
Οι στίχοι γράφτηκαν για το έργο του Μπρένταν Μπέαν «Ένας Όμηρος» (An Giall / The Hostage), έργο γραμμένο το 1957. Το έργο πρωτοπαίχτηκε στην Ελλάδα από τις 12 Απριλίου έως τις 20 Μαΐου του 1962 στο «Κυκλικό Θέατρο» του Λεωνίδα Τριβιζά. Στην παράσταση αυτή πρωταγωνιστούσαν ο Κώστας Μπάκας, ο Χρήστος Πάρλας, η Νέλλη Αγγελίδου, η Ντόρα Γιαννακοπούλου και η Τασώ Καββαδία. Τη μουσική και τα τραγούδια του έργου υπέγραφε ο Μίκης Θεοδωράκης σε στίχους του Μπρένταν Μπέαν και μετάφραση του Βασίλη Ρώτα. Πρωτοακούστηκαν, παιγμένα με την κιθάρα του Δημήτρη Φάμπα. Τα σκηνικά είχε κάνει ο Γιάννης Τσαρούχης και τη σκηνοθεσία ο Λεωνίδας Τριβιζάς. Ερμηνεύτρια του τραγουδιού «Το γελαστό παιδί», ήταν η Ντόρα Γιαννακοπούλου.
Οι αρχικοί στίχοι του 1961 έλεγαν “σκοτώσαν οι δικοί μας το Γελαστό Παιδί». Στη θεατρική παράσταση Μαγική Πόλη που ανέβηκε το 1962, “οι δικοί μας” έγιναν “εχθροί” και πλέον όλοι τραγουδούσαν “Σκοτώσαν οι εχθροί μας το γελαστό παιδί”. Στις συναυλίες μετά την πτώση της Χούντας οι “εχθροί” έγιναν “φασίστες”.
Το τραγούδι ηχογραφήθηκε από τη Μαρία Φαραντούρη το 1966 για το άλμπουμ "Ένας όμηρος" και έγινε γνωστό στο πανελλήνιο και στη συνέχεια σε όλον τον κόσμο. Στην Ελλάδα το «Γελαστό παιδί» συνδέθηκε με τη δολοφονία του βουλευτή Γρηγόρη Λαμπράκη από τους παρακρατικούς το 1963 -πολύ περισσότερο όταν ο Κώστας Γαβράς το χρησιμοποίησε ως βασικό μουσικό μοτίβο στην ταινία του «Ζ».Έγινε το τραγούδι διαμαρτυρίας κατά της δικτατορίας (1967-1974) και παραμένει μέχρι σήμερα ένα από τα πιο δημοφιλή τραγούδια.
"Βασιλικιά μου αγάπη μ’ αγάπη θα στο λέω
για το ό,τι έκανες αιώνια θα σε κλαίω
γιατί όλους τους εχθρούς μας θα ξέκανες εσύ
δόξα τιμή στ’ αξέχαστο γελαστό παιδί"
Στο βίντεο που ακολουθεί θα δείτε την ερμηνεία της Μαρίας Φαραντούρη στην συναυλία που έδωσε το 1974 ο Μίκης Θεοδωράκης, μετά την πτώση της χούντας των συνταγματαρχών.
Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2014
Το δέντρο που έδινε
Μία φορά κι έναν καιρό ήταν μια μηλιά… και αγαπούσε ένα αγοράκι. Κάθε μέρα το αγοράκι πήγαινε και μάζευε τα φύλλα της και τα έπλεκε στεφάνι κι έπαιζε τον βασιλιά του δάσους. Σκαρφάλωνε στον κορμό της κι έκανε κούνια στα κλαδιά της κι έτρωγε μήλα.
Παίζανε και κρυφτό…κι όταν το αγόρι κουραζόταν, αποκοιμιόταν στον ίσκιο της.Το αγόρι αγαπούσε τη μηλιά… πάρα πολύ κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη. Μα πέρασαν τα χρόνια και το αγόρι μεγάλωσε. Και πολλές φορές η μηλιά έμενε μοναχή.
Τότε μια μέρα το αγόρι πήγε στη μηλιά κι η μηλιά είπε: «Έλα αγόρι, έλα να σκαρφαλώσεις στον κορμό μου και να κάνεις κούνια στα κλαδιά μου, να φας μήλα και να παίξεις στον ίσκιο μου από κάτω και να 'σαι ευτυχισμένο».
«Είμαι μεγάλος πια για να σκαρφαλώνω και να παίζω», είπε το αγόρι. «Θέλω ν' αγοράσω πράγματα και να καλοπεράσω. Θέλω λεφτά. Μπορείς να μου δώσεις λεφτά;».
«Λυπάμαι», είπε η μηλιά, «μα εγώ δεν έχω λεφτά. Έχω μονάχα φύλλα και μήλα. Πάρε τα μήλα μου, αγόρι, και πούλησέ τα στην πόλη. Έτσι θα 'χεις λεφτά και θα 'σαι ευτυχισμένο». Και τότε το αγόρι σκαρφάλωσε στη μηλιά, μάζεψε τα μήλα της και τα πήρε μαζί του. Κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη. Μα το αγόρι έκανε πολύ καιρό να ξαναφανεί… και η μηλιά ήταν λυπημένη.
Ώσπου μια μέρα το αγόρι ξαναγύρισε κι η μηλιά τρεμούλιασε απ” τη χαρά της κι είπε: «Έλα αγόρι, έλα να σκαρφαλώσεις στον κορμό μου και να κάνεις κούνια στα κλαδιά μου και να 'σαι ευτυχισμένο».
«Δεν έχω πια χρόνο να σκαρφαλώνω», είπε το αγόρι. «Θέλω ένα σπίτι που να δίνει ζεστασιά», είπε. «Θέλω γυναίκα και παιδιά, και γι’αυτό χρειάζομαι ένα σπίτι. Μπορείς να μου δώσεις ένα σπίτι;» «Εγώ δεν έχω σπίτι», είπε η μηλιά.
«Σπίτι μου είναι το δάσος, μα μπορείς να κόψεις τα κλαδιά μου και να χτίσεις ένα σπίτι. Τότε θα 'σαι ευτυχισμένο». Κι έτσι το αγόρι έκοψε τα κλαδιά της και τα πήρε μαζί του για να χτίσει το σπίτι του.
Κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη. Μα το αγόρι έκανε πολύ καιρό να ξαναφανεί. Κι όταν γύρισε η μηλιά ήταν τόσο ευτυχισμένη που ούτε να μιλήσει καλά – καλά δεν μπορούσε. «Έλα, αγόρι», ψιθύρισε, «έλα να παίξεις».
«Είμαι πια πολύ γέρος και πολύ λυπημένος για να παίζω» είπε το αγόρι. «Θέλω μια βάρκα να με πάρει μακριά. Μπορείς να μου δώσεις μια βάρκα;».
«Κόψε τον κορμό μου και φτιάξε μια βάρκα», είπε η μηλιά. «Έτσι θα μπορέσεις να φύγεις μακριά…και να 'σαι ευτυχισμένο». Και τότε το αγόρι έκοψε τον κορμό της έφτιαξε μια βάρκα κι έφυγε μακριά. Κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη… μα όχι πραγματικά. Κι ύστερα από πολύ καιρό το αγόρι ξαναγύρισε.
«Λυπάμαι, αγόρι », είπε η μηλιά, «μα δε μου απόμεινε τίποτα πια για να σου δώσω… Δεν έχω μήλα». «Τα δόντια μου δεν είναι πια για μήλα», είπε το αγόρι. «Δεν έχω κλαδιά», είπε η μηλιά. «Δεν μπορείς να κάνεις κούνια…» «Είμαι πολύ γέρος πια για να κάνω κούνια», είπε το αγόρι. «Δεν έχω κορμό», είπε η μηλιά. «Δεν μπορείς να σκαρφαλώσεις..»
«Είμαι πολύ κουρασμένος πια για να σκαρφαλώνω», είπε το αγόρι.«Λυπάμαι», αναστέναξε η μηλιά. «Μακάρι να μπορούσα να σου δώσω κάτι… μα δε μου απόμεινε τίποτα πια. Δεν είμαι παρά ένα γέρικο κούτσουρο. Λυπάμαι…»
«Δε θέλω και πολλά τώρα πια», είπε το αγόρι, «μονάχα ένα ήσυχο μέρος να κάτσω και να ξαποστάσω. Είμαι πολύ κουρασμένος».
«Τότε», είπε η μηλιά, κι ίσιωσε τον κορμό της, «τότε, ένα γέρικο κούτσουρο είναι ό,τι πρέπει να κάτσεις και να ξαποστάσεις. Έλα, αγόρι, κάτσε. Κάτσε και ξεκουράσου».
Και το αγόρι έκατσε και ξεκουράστηκε. Κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη.
Shel Silverstein
Αμερικανός συγγραφέας, 1930-1999
![]() |
| Gustav Klimt, 1862-1918 |
Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2014
Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου
Ο θάνατος περιοδεύει τον κόσμο με τη μάσκα ενός στρατηγού.
Τα μάτια μας θα ζήσουνε και πέρα από το θάνατό μας
για να κλαίνε.
Φυσάει.
Τα μέγαρα ρίχνουν έναν ίσκιο βαρύ που σπάει τη ραχοκοκαλιά μας
Τρέχουν οι δρόμοι λαχανιασμένοι
Τα παραμύθια είναι τυφλά
Φυσάει
Φυσάει μέσα από τα τρύπια βρακιά των ανέργων
Φυσάει
Φυσάει μέσα στην οργισμένη καρδιά του λαού
Ο άνεμος μπερδεύει τους δρόμους τις χρονολογίες τα πρόσωπα
Παρασέρνει τη σκόνη απ' τα πεδία των μαχών
Αυτή η σκόνη θάβει σιγά σιγά την Ευρώπη
Τα χέρια τους είναι έτοιμα να σώσουνε τον κόσμο
Εις τους αιώνας των αιώνων
Ερχόμαστε
Παραμερίστε
Κατεβαίνουμε σαν μια χιονοστιβάδα που όσο κατηφορίζει μεγαλώνει
*****
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





